Μαρ 19 2014

Χρέος και Μεφιστοφελής. Του Γιάνη Βαρουφάκη

Μερικές σκέψεις για τον ρόλο του χρέους αφιερωμένες στη μνήμη του Τόνι Μπεν.

«Η Κόλαση είναι όπου είμαι» λέει ο Μεφιστοφελής (του Μάρλοου) στον Φάουστους όταν εκείνος, αντικρίζοντας τον Πρίγκιπα του Σκότους, αναρωτιέται αν βρίσκεται στην Κόλαση ή αν απλώς ο Μεφιστοφελής τον επισκέπτεται για να απαιτήσει την αποπληρωμή του. Κάπως έτσι νιώθει και ο υπερχρεωμένος: όπου και να πάει, το χρέος του τον ακολουθεί. Χειρότερο ακόμα και από σκιά, τον περικυκλώνει παντού και πάντα.

Οι υπερχρεωμένοι, άνθρωποι που ζουν μέσα στη σκιά του «μη βιώσιμου» χρέους, εξαντλούνται και σαν τον Φάουστους τείνουν να αποδεχθούν την υποταγή τους. Γρήγορα χάνουν κάθε ελπίδα και συνηγορούν σε ό,τι τους υπαγορεύει ο πιστωτής. Σε κοινωνίες απόλυτης φτώχειας, η υποταγή τους παίρνει τη μορφή συμφώνου δουλείας – είτε γίνονται οι ίδιοι δούλοι του δανειστή ή του παραχωρούν το παιδί τους σκλάβο σε κάποιο εργοστάσιο παραγωγής π.χ. χαλιών (όπου θα δουλέψει μέχρι να… αποπληρώσει το χρέος των γονιών). Στις δικές μας κοινωνίες η υποταγή παίρνει άλλη μορφή: εκείνη της «συναίνεσης» και υπερψήφισης στις κάλπες πολιτικών που υπαγορεύουν οι δανειστές, ακόμα κι αν αυτές οι πολιτικές (τις οποίες υπερψηφίζουν) αυξάνουν κι άλλο το χρέος τους, σφίγγοντας ακόμα περισσότερο τα λουριά που δένουν το σβέρκο τους.

Όπως έλεγε ο Κοντορσέ, το μυστικό της καταπίεσης δεν βρίσκεται στην ισχύ του σατράπη αλλά στον νου του δούλου. Ιδίως μετά την κατάκτηση του δικαιώματος στο εκλέγειν και στο εκλέγεσθαι από όλους, το μέγα ερώτημα ήταν πώς είναι δυνατόν μια ισχνή μειονότητα να καταφέρνει να διατηρεί, συστηματικά, τη δυνατότητα επιβολής επί της συντριπτικής πλειονότητας; Πώς κάνεις τους πολλούς να ψηφίζουν υπέρ πολιτικών και «λύσεων» που διατηρούν την απολυταρχία των πολύ λίγων;

Ο Τόνι Μπεν, ο Άγγλος ηγέτης της Αριστεράς του Εργατικού Κόμματος που μας άφησε την προηγούμενη βδομάδα, πρόσφερε την εξής απλή απάντηση: «Υπάρχουν δύο τρόποι για να ελέγχεται ένας λαός. Αρχικά τον τρομοκρατείς και, στη συνέχεια, του σπας το ηθικό. Ένα μορφωμένο, υγιές έθνος που σφύζει από αυτοπεποίθηση δεν είναι εύκολο να χειραγωγηθεί. Είναι απίστευτο πως τόσο πολλοί άνθρωποι συναινούν στην κατανομή πλούτου και εξουσίας που τους εξευτελίζει και τους καταδυναστεύει. Όμως συναινούν επειδή είναι φτωχοί, αποκαρδιωμένοι και φοβισμένοι και σε αυτή την ψυχολογική κατάσταση θέλουν να πιστέψουν πως το μη χείρον είναι να συμμορφωθούν προς τις υποδείξεις, ελπίζοντας για το καλύτερο».

Από όλα τα όπλα που έχει στη διάθεσή της η ολιγαρχία για να γονατίσει τους πολλούς και να τους κάνει έρμαιά της, το χρέος είναι το ισχυρότερο – όπως γνώριζε πολύ καλά ο Μεφιστοφελής και έμαθε, για κακή του τύχη ο Φάουστους. Πράγματι, την εποχή που η πλειονότητα άρχισε να κατακτά δικαιώματα (π.χ. την ψήφο) το προσωπικό χρέος των πολλών μπήκε σε τροχιά κάμψης. Το χαμηλό και μειούμενο χρέος, ως ποσοστό του εισοδήματος των εργαζομένων και της μεσαίας τάξης, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη που έφερε η δεύτερη βιομηχανική επανάσταση, οδήγησε σε μεγάλες κατακτήσεις: στα εθνικά συστήματα υγείας, στο δικαίωμα στη δύσκολη γνώση, σε συντάξεις και επιδόματα ανεργίας, στην προοδευτική φορολόγηση. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν θα γινόταν αν οι λαϊκές μάζες στην Αγγλία, την Αμερική, την Γαλλία κ.ά. ήταν υπερχρεωμένες. Ο «νταλκάς» του χρέους θα έδινε στους πολύ λίγους τη δυνατότητα να κερδίσουν όλες αυτές τις μάχες. Τις έχασαν επειδή, μετά τον πόλεμο, οι πολλοί απελευθερώθηκαν από το χρέος και μπορούσαν να θεωρούν δεδομένη την έμμισθη εργασία με μισθούς που αυξάνονταν πιο γρήγορα απ’ ό,τι οι τιμές (αντανακλώντας την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας).

Όλα αυτά άλλαξαν από τη δεκαετία του 1970, όταν ο φόβος της ανεργίας μείωσε τους πραγματικούς μισθούς και τους κρατά από τότε στάσιμους. (Γνωρίζατε ότι στις ΗΠΑ το ωρομίσθιο είναι σήμερα χαμηλότερο σε πραγματικές τιμές απ’ ό,τι το 1973;) Κάπου εκεί έγινε η Μεγάλη Υποκατάσταση: αντί για μισθούς, οι πολλοί κλήθηκαν να στηρίξουν το βιοτικό τους επίπεδο εισερχόμενοι στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Πώς; Καταρχάς δανειζόμενοι μέσω πιστωτικών καρτών. Κατόπιν, ποντάροντας στο χρηματιστήριο της αγοράς ακινήτων, με χρήματα που λάμβαναν από στεγαστικά δάνεια τα οποία «τοποθετούσαν» σε ντουβάρια, ελπίζοντας στην αύξηση της τιμής του σπιτιού (οπότε το πουλούσαν, εξαργύρωναν τα κέρδη, έπαιρναν μεγαλύτερο στεγαστικό, μεγαλύτερο και ακριβότερο σπίτι κ.ο.κ.). Τέλος, αντί για απλές, «βαρετές» συντάξεις, η πλειονότητα βρέθηκε (θέλοντας και μη) να συμμετέχει σε συνταξιοδοτικά προγράμματα στα οποία οι εισφορές τους (και των εργοδοτών) κατέληγαν ως χαρτοφυλάκια μετοχών και παραγώγων στο χρηματιστήριο, από τα οποία μάλιστα μπορούσαν να δανειστούν πριν γεράσουν (κάτι σαν να δανείζεσαι από τον γέρο εαυτό σου).

Πράγματι, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, ιδίως στη Βρετανία και στις ΗΠΑ, η πλειονότητα είδε τους μισθούς της να μειώνονται και να υποκαθίστανται από δανεικά. Από χρέος. Γρήγορα το φαινόμενο επεκτάθηκε και στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα, εκεί που ήμασταν ένας λαός με πολύ πολύ χαμηλό ιδιωτικό χρέος, από τότε που μπήκαμε στην Ευρωζώνη αρχίσαμε να συγκλίνουμε γοργά με τη «Δύση» σε αυτόν το θλιβερό τομέα: στην εξάρτηση από το χρέος. Το ιδιωτικό χρέος, το οποίο έχει μετατρέψει τον μέσο Ευρωπαίο, τον μέσο Αμερικανό και σχεδόν όλους τους Έλληνες σε μορφές που θυμίζουν τον Φάουστους τη στιγμή που αντικρίζει τον Μεφιστοφελή. Κι όπως ξέρουμε, ο Σατανάς γνωρίζει τις καλύτερες μελωδίες.

Στον Χαμένο Παράδεισο (Paradise Lost) του Τζον Μίλτον ο Πρίγκιπας του Σκότους δεν αρκείται στο να καταδυναστεύει χρεοκοπημένους τύπους όπως ο Δρ Φάουστους. Έχει μεγαλύτερες φιλοδοξίες. Θέλει να εντυπωσιάσει τους ηττημένους. Να ξυπνήσει μέσα τους τη δίψα για την εξουσία επί όλων των άλλων. Να μας κάνει κατ’ εικόνα και ομοίωσίν του. «Είναι καλύτερα να βασιλεύεις στην Κόλαση, παρά να είσαι υπηρέτης στον Παράδεισο» κοκορεύεται με τρόπο που μας προσκαλεί να τον αντιγράψουμε. Πρώτα έρχεται το χρέος, ακολουθεί η παράδοση στους δανειστές και έπεται ο Μεφιστοφελής, με ένα ιδεολογικό μανιφέστο που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι της Χρυσής Αυγής (αν είχαν κάποιον που να διάβαζε… Μάρλοου).

«Η μεγαλύτερη επανάσταση θα γινόταν αν οι πολλοί ψήφιζαν σύμφωνα με το συμφέρον τους. Είναι κάτι που οι εξουσιάζοντες δεν θέλουν. Γι’ αυτό τους συμφέρει να κρατούν τον κόσμο υπερχρεωμένο, χωρίς ελπίδα, ηττοπαθή. Το μόνο αντίδοτο σε αυτήν τη μορφή τυραννίας είναι ο άσβηστος θυμός απέναντι στην αδικία».

Τάδε έφη ο Τόνι Μπεν σε μία από τις τελευταίες του ομιλίες. Το μόνο που θα πρόσθετα είναι «κι ένα γενναίο κούρεμα χρέους, δημόσιου και ιδιωτικού!». Χωρίς επιμηκύνσεις. Και χωρίς τα κρυφά τερτίπια που μεγεθύνουν τη σκιά της χρεο-δουλοπαροικίας που περιφέρουμε όπου και να πάμε.

Πηγή: www.lifo.gr

Αρέσει σε %d bloggers: