Απρ 23 2015

Ρήξη και Διεθνισμός

Των ΜΑΡΙΟΥ ΚΑΜΠΟΥΡΗ και ΑΡΗ ΤΟΛΙΟΥ*

ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΣ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΣΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

Συχνά ακούμε ότι ένας από τους λόγους που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να στηρίξει τη ρήξη με τους πιστωτές και την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, είναι η αρχή του διεθνισμού που πρέπει να διέπει ένα αυθεντικά δημοκρατικό και φιλολαϊκό κόμμα της Αριστεράς του 21ου αιώνα. Το επιχείρημα είναι ότι η επιστροφή στα εθνικά νομίσματα θα σημάνει και την επιστροφή των εθνικών οικονομικών και οικονομικών ανταγωνισμών που στο παρελθόν δεν απεδείχθησαν απλώς καταστροφικοί αλλά συχνά αποτέλεσαν και τον προπομπό των παγκοσμίων πολέμων.

Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης επισημαίνουν ότι κατεξοχήν οπαδοί της διάλυσης της Ευρωζώνης είναι τα διάφορα εθνικιστικά, ακροδεξιά αλλά και ανοιχτά φασιστικά κινήματα και κόμματα των ευρωπαϊκών κρατών (π.χ. το AfD στη Γερμανία, το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία, αλλά και η Χρυσή Αυγή – κατά καιρούς – στην Ελλάδα). Αντίθετα, η συμμετοχή στην Ευρωζώνη και η φιλολαϊκή μεταρρύθμισή της υποδηλώνει τη θέληση των λαών της Ευρώπης να διαμορφώσουν ένα κοινό αλληλέγγυο μέλλον και μια κοινή δημοκρατική ταυτότητα.

Το επιχείρημα αυτό έχει μεγάλη αξία, γιατί εκφράζει κάτι που πρέπει να είναι θέσφατο για την Αριστερά: την αρχή ότι η πρέπει η πολιτική να καθορίζει την οικονομία και όχι, όπως λένε οι νεοφιλελεύθεροι, το αντίθετο. Παρόλα αυτά, το γεγονός ότι συμφωνεί σε μια πρώτη ανάγνωση με τις αρχές της Αριστεράς, δε σημαίνει ότι είναι και σωστό. Κι αυτό γιατί βασίζεται σε μια επιπόλαιη ανάγνωση της σύγχρονης πραγματικότητας. Για παράδειγμα, μπορεί όντως η Λεπέν που είναι ακροδεξιά να θέλει την επιστροφή στο γαλλικό φράγκο, αλλά την ίδια στιγμή την ενότητα της Ευρωζώνης την επιθυμεί η Μέρκελ, η οποία δε δίστασε να χρησιμοποιήσει ηθικολογικά επιχειρήματα και στερεότυπα για να επιβάλει τη λιτότητα στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου. Τα επιχειρήματα αυτά («τεμπέληδες νοτιοευρωπαίοι», κτλ.) πολύ λίγο απέχουν από μια εξωραϊσμένη ακροδεξιά προπαγάνδα. Την ίδια στιγμή υπάρχουν δυνάμεις της Αριστεράς στην ΕΕ που επιθυμούν την έξοδο από την Ευρωζώνη/ΕΕ, όπως π.χ. το ΑΚΕΛ ή το Πορτογαλικό Κομμουνιστικό Κόμμα.

Έτσι, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι τόσο υπέρ όσο και κατά της Ευρωζώνης-ΕΕ είναι διάφορες και ποικίλες οργανώσεις από όλο το πολιτικό φάσμα. Είναι απλοϊκό να απορρίπτουμε λοιπόν την έξοδο από την Ευρωζώνη επειδή απλά το θέλει το Εθνικό Μέτωπο, όπως επίσης απλοϊκό είναι να θεωρήσουμε ότι η έξοδος από την Ευρωζώνη θα οδηγήσει οπωσδήποτε σε μια σοσιαλιστική προοπτική τη χώρα. Η υποστήριξη της διάλυσης της Ευρωζώνης από την ακροδεξιά δείχνει ότι η διάλυση αυτή μπορεί να γίνει και σε αντιδραστική κατεύθυνση.

ΣΤΑ ΧΑΡΑΚΩΜΑΤΑ ΕΝΟΣ (ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ) ΠΟΛΕΜΟΥ

Συνεπώς, είναι απλουστευτικό να θεωρούμε ότι η επιστροφή των εθνικών οικονομικών ανταγωνισμών θα είναι αποτέλεσμα της σταδιακής διάλυσης της Ευρωζώνης. Οι εθνικοί οικονομικοί ανταγωνισμοί μπορούν να πάρουν πολλές μορφές και ο νομισματικός πόλεμος είναι απλά μια από αυτές. Ίσα ίσα που η ύπαρξη ενός ενιαίου νομίσματος μπορεί να αποτελέσει και όχημα για την προώθηση οικονομικών ανταγωνισμών με πολύ πιο σκληρούς τρόπους από τη νομισματική πολιτική. Τι άλλωστε ήταν η περίφημη Ατζέντα 2000 της Γερμανίας, αν όχι μια κήρυξη οικονομικού πολέμου εκ μέρους της Γερμανίας στα κράτη της περιφέρειας της Ευρωζώνης και μια κήρυξη πολέμου του γερμανικού κεφαλαίου στην γερμανική και κατ’ επέκταση στην ευρωπαϊκή εργατική τάξη; Ήταν η Ατζέντα 2000 που επέτρεψε στη Γερμανία να διαμορφώσει τεράστια πλεονάσματα και να οδηγήσει τις οικονομίες της περιφέρειας της Ευρωζώνης στα ελλείμματα και στην στασιμότητα.

Η μόνη διαφορά είναι ότι ως όπλο αυτού του πολέμου επιλέχθηκε η καθήλωση των μισθών των λαϊκών τάξεων και όχι η διαχείριση της νομισματικής ισοτιμίας. Μάλιστα, η καθήλωση των μισθών που επέφεραν τα μνημόνια στην Ελλάδα αποτελεί συνέχεια και όχι ρήξη με αυτή τη λογική. Είναι απλά η πιο ακραία εκδήλωσή της. Ταυτόχρονα, οι περιορισμοί που επιφέρει η επιβολή ενός ενιαίου νομίσματος, λειτουργούν ως δικαιολογία για όσους επιχειρηματολογούν υπέρ της χρησιμοποίησης της καθήλωσης των μισθών και του αποπληθωρισμού προκειμένου να «βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα» και να «ανακάμψει η οικονομία».

Κατά συνέπεια, οφείλουμε ως αριστεροί να κατανοήσουμε ότι όταν μια νομισματική ένωση χτίζεται με βάση τις επιθυμίες και τις επιταγές του κεφαλαίου, η οικονομική ολοκλήρωση που ακολουθεί, αποτελεί όχημα για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των καπιταλιστών που τη δομούν. Δεν είναι τυχαίο ότι σε μια περίοδο που αναδύονται νέες καπιταλιστικές υπερδυνάμεις (τα λεγόμενα BRICS), δημιουργούνται νέες δομές οικονομικής ολοκλήρωσης που λειτουργούν ανταγωνιστικά προς τις δομές που δημιούργησαν οι παραδοσιακές οικονομικές υπερδυνάμεις. Για παράδειγμα, η νέα τράπεζα που δημιουργούν τα BRICS, η Asian Infrastructure Investment Bank και το Silk Road Fund που δημιουργούνται υπό την πρωτοκαθεδρία της Κίνας θα εξυπηρετήσουν άλλα συμφέροντα από αυτά που εξυπηρετούν η Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ, στα πλαίσια ενός ευρύτερου πολέμου συμφερόντων.

Γενικότερα, μπορούμε να εξετάσουμε την πιθανότητα οι κινήσεις αυτές αλλά και η όλο και μεγαλύτερη πολεμική διάθεση των καπιταλιστικών καθεστώτων ανά τον κόσμο να αποτελούν εκφάνσεις μιας νέας τάσης αναδιάρθρωσης της παγκοσμιοποιημένης παγκόσμιας οικονομίας σε έναν πολυπολικό κόσμο πολλών υπερδυνάμεων με δικές τους ζώνες επιρροής που ανταγωνίζονται σκληρά η μια την άλλη και όλες μαζί την εργατική τάξη.

«ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ»: ΝΑ ΔΩΣΟΥΜΕ ΝΟΗΜΑ ΣΤΗΝ «ΕΥΡΩΠΗ ΤΩΝ ΛΑΩΝ»

Αν ισχύει αυτό, θα ήταν λάθος να ενσωματώσει η Αριστερά δίπολα («ευρωπαϊσμός» – «ευρωσκεπτικισμός»), άκριτα και χωρίς ταξικό/πολιτικό πρόσημο. Ενδεχομένως το σύνολο των αιτημάτων για δημόσιες κοινωνικές πολιτικές, όπως αυτές απαιτούνται να υλοποιηθούν πλέον στην Ελλάδα, περνάει αργά ή γρήγορα μέσα από την ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας και την αναζήτηση της ισορροπίας ανάμεσα στις διάφορες τέτοιου είδους ζώνες επιρροής. Εν τέλει, σχεδόν πάντα η ίδια η σοσιαλιστική επανάσταση συνδέεται διαλεκτικά με τους εθνικούς – δημοκρατικούς αγώνες απέναντι στις (άνισα συνυπεύθυνες μεταξύ τους) αστικές τάξεις μεγάλων και μικρών κρατών. Η δε σοσιαλιστική προοπτική στην Ευρώπη απαιτεί την επανανοηματοδότηση της «Ευρώπης των Λαών», πέρα από αγκυλώσεις πεπερασμένου και ιδεοληπτικού – πλέον – χαρακτήρα.

Αν είναι έτσι η κατάσταση, τότε αυτό που πρέπει να κάνουν οι εργατικές τάξεις και οι πολιτικοί φορείς που τις εκφράζουν είναι να εκτιμήσουν σωστά το σύστημα αυτό του οικονομικού (αλλά και πραγματικού) πολέμου και να το χρησιμοποιήσουν για να πιέσουν και ανατρέψουν τον παγκόσμιο καπιταλισμό («συγκεκριμένη ανάλυση συγκεκριμένης κατάστασης», έλεγε ο Μαρξ). Ειδικότερα, οι πολιτικοί φορείς της εργατικής τάξης μιας μικρής χώρας πρέπει να εκτιμήσουν κατά πόσον η συμμετοχή σε μια δομή οικονομικής ολοκλήρωσης εξυπηρετεί μακροπρόθεσμα τα συμφέροντα της παγκόσμιας εργατικής τάξης και της εργατικής τάξης της χώρας αυτής και να διαμορφώσουν την τακτική τους αναλόγως. Είναι λάθος να θεωρούμε ότι η συμμετοχή σε δομές οικονομικής ολοκλήρωσης είναι πάντα σύμφωνη με τις αρχές του διεθνισμού.

Για παράδειγμα η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη έχει μέχρι στιγμής αποδειχτεί καταστροφική για τα συμφέροντα των ελληνικών λαϊκών τάξεων, αλλά και των ευρωπαϊκών (αν πιστεύουμε ότι η θεωρία του «πειραματόζωου» είναι σωστή). Η περαιτέρω συμμετοχή της πρέπει να κριθεί με βάση μια σωστή ανάλυση της υπάρχουσας κατάστασης και την εκτίμηση των μακροπρόθεσμων συμφερόντων της ελληνικής και παγκόσμιας εργατικής τάξης. Εάν θεωρούμε…

• Ότι η κυβέρνηση με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ έχει ξαναφέρει στο προσκήνιο τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και την ανάγκη ύπαρξης κοινωνικού κράτους στην Ευρώπη μετά από 4 δεκαετίες νεοφιλελευθερισμού.

• Ότι τα μνημόνια και γενικά η λιτότητα είναι ένα μέσο οικονομικού και ταξικού πολέμου.

• Ότι η κατάρρευση της κυβέρνησης με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ ή η ενσωμάτωσή της στο νεοφιλελεύθερο αφήγημα θα έχει καταστροφικές επιπτώσεις στο κίνημα της εργατικής τάξης σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη.

…τότε είναι σαφές ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε την άποψη ότι η παραμονή στην ευρωζώνη είναι διεθνιστικό μας καθήκον. Εάν το τίμημα για την παραμονή στην Ευρωζώνη είναι ένας επώδυνος συμβιβασμός που θα μας αναγκάσει να κατρακυλούμε σε όλο και πιο νεοφιλελεύθερες θέσεις, τότε το αποτέλεσμα θα είναι η υποχώρηση του εργατικού κινήματος σε όλη την Ευρώπη. Αντίθετα, επειδή ο μαρξισμός είναι η φιλοσοφία της πράξης, και επειδή όπως είχε πει και ο Πουλαντζάς κάθε είδος κράτους και κρατικών πολιτικών είναι αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης αποκρυστάλλωσης της πάλης των τάξεων, το διεθνιστικό μας καθήκον είναι να πράξουμε.

Να συμβάλλουμε, χωρίς αναμονές ή υπεκφυγές, ώστε να επιταχυνθεί η ήδη υπάρχουσα κρίση της ευρωζώνης και να σταματήσει να παραμένει θεσμικά θωρακισμένη πίσω από τη «διαπραγμάτευση».

Να ξεφύγουμε από τα νεοφιλελεύθερα πλαίσια και να αποδείξουμε ότι ένα εναλλακτικό υπόδειγμα ανάπτυξης για μικρές χώρες που θα προωθεί τα συμφέροντα των εργατικών τάξεων μέσα στο περιβάλλον του ακήρυκτου καπιταλιστικού πολέμου και θα οδηγεί σε μια διαφορετική αποκρυστάλλωση της πάλης των τάξεων είναι δυνατό.

Ένα τέτοιο υπόδειγμα, θα μπορούσε να εμπνεύσει κινήματα και πολιτικούς φορείς σε όλη την Ευρώπη και τον κόσμο, αλλά και να δημιουργήσει περαιτέρω τριβές στον ευρισκόμενο σε κρίση, αλλά και σε φάση ολοκληρωτισμού – καπιταλισμό.

ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

Το παγκόσμιο κίνημα χρειάζεται σαφείς νίκες στο ευρωπαϊκό «τερέν», πάνω στο οποίο κυριάρχησαν ιδεολογικά και στρατηγικά τα τελευταία 25 χρόνια οι αντιδραστικότερες δυνάμεις του κεφαλαίου. Η πρώτη ήταν η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές στην Ελλάδα, στον πιο αδύναμο κρίκο της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας στην Ευρώπη. Από εκεί και πέρα, η «φλόγα» της περιόδου ’06 – ’08 που επιχειρήθηκε να σβήσει από το κύμα των μνημονίων, προκειμένου να διατηρήσει ο ελληνικός αστισμός την παραπαίουσα ηγεμονία του, κατέληξε να φουντώσει κατά την περίοδο ’10 – ’12.

Εν τέλει, καθώς πιθανόν προσεγγίζουμε πλέον ένα ιστορικό σημείο, οφείλουμε να υπερασπιστούμε τη νίκη της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ελλάδα, ούτε ως αντιπαράδειγμα ούτε ως ολοκληρωμένο βήμα.

Η εργατική τάξη της Ελλάδας πρέπει να κλείσει τους λογαριασμούς της με τον ελληνικό αστισμό, ο οποίος με τον πιο ξεδιάντροπο και χυδαίο τρόπο έγινε ο ουραγός της γερμανικής αστικής τάξης για να συντρίψει εργαζόμενους, συνταξιούχους, να χρεοκοπήσει την κοινωνία και να υποθηκεύσει τη δημόσια περιουσία και τις μελλοντικές γενιές. H νέα κυβέρνηση, στο τέλος της θητείας της, πρέπει να έχει συμβάλλει τα μέγιστα, ώστε να επιτελέσει αυτό το καθήκον.

Και αυτό το καθήκον έχει δύο διαστάσεις:

Από τη μία, τη δημοκρατική, επειδή η διάλυση της ηγεμονίας της αστικής τάξης στο εσωτερικό της χώρας ήταν η ρητή, με όλες τις εκφάνσεις της, λαϊκή εντολή των πρόσφατων εκλογών. Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να ευθυγραμμιστεί με αυτή τη λαϊκή εντολή και να σεβαστεί ότι ο ελληνικός λαός είναι αυτός που – πρώτος; – σήκωσε ανάστημα.

Και από την άλλη τη διεθνιστική, επειδή ο μόνος τρόπος για να ανοίξουν σοσιαλιστικοί δρόμοι στην Ευρώπη είναι το «σπάσιμο» μιας πενταετούς επιχείρησης κατεύθυνσης και στεγανοποίησης της κρίσης χρέους στην Ελλάδα (ή στον ευρωπαϊκό Νότο), με αντάλλαγμα τη διατήρηση του ελληνικού αστισμού εντός ευρωζωνικού πλαισίου.

 *Πηγή: brigada.gr via ISKRA


Αρέσει σε %d bloggers: