Σεπ 15 2012

Η πηγάδα του Μελιγαλά

‘Είναι Σεπτέμβριος του 1944 και μόλις έχουν φύγει οι Γερμανοί. Είμαστε  λίγους  μήνες πριν τα δεκεμβριανά που οδηγούν στην συμφωνία της Βάρκιζας και στον εμφύλιο.

Τα τάγματα ασφαλείας ήταν  Ελληνες που ειχαν στρατολογηθεί από του Γερμανούς  και χρησιμοποιούνταν σαν  εσωτερικη ασφάλεια και σε ρόλο υποστηρικτικό των Γερμανο-Ιταλο-Βουλγαρικών δυνάμεων κατοχής. Όταν έφυγαν οι Γερμανοί τους άφησαν πίσω στο έλεος όσων ταλαιπώρησαν κατά την κατοχή.  Στο Μελιγαλα θα οχυρωθούν οι τελευταίοι ταγματασφαλίτες στην Μεσσηνία αμέσως μετά την
κατάληψη της Καλαμάτας από το ΕΑΜ.  Θα γίνει μάχη μεταξύ ΕΑΜιτων και ταγμάτων ασφαλείας  και μαζί τους κάτοικοι της Μεσσηνίας που ειχαν οχυρωθει στο Μελιγαλά φοβούμενοι τους κομουνιστές.  Η Μάχη κατεληξε σε ηττα των δευτερων και  σε θηριωδία εκ μέρους του ΕΑΜ. Οι ΕΑΜιτες «άρχισαν  τις εκτελέσεις το Σάββατο, γύρω στις δέκα και μισή, και σταμάτησαν την Τετάρτη το μεσημέρι» λένε οι μαρτυρίες.

 Η ιστορία δεν έχει αγγίξει αυτό το τραγικό  θέμα   θέλοντας να ξεχάσει  για χάρη της εθνικής συμφιλίωσης.

Για χρόνια θα γίνεται  στην πηγάδα μνημόσυνο υπέρ των θυμάτων που σταδιακά τα  πρώτα μετεμφυλιακά  χρόνια θα λάβει σαφή αντικομουνιστικό χαρακτήρα και  θα τελείται επισήμως μέχρι το 1974 ως  «θυσία Ελλήνων» στην στον αγώνα εναντίον των κομουνιστών. Το 1974 η Δημοκρατία θα σταματήσει  τις τιμές στο Μελιγαλά στοχεύοντας στην Εθνική συμφιλίωση.  Το μνημόσυνο θα συνεχίσει να τελείται από πολίτες και κατοίκους της περιοχής έχοντας πάντα τον ίδιο αντικομουνιστικό χαρακτήρα μεχρι σήμερα. Γιορτή μίσους θα χαρακτηριστεί από την Αριστερα- Μνημόσυνο-μνήμη από την Δεξιά.

Παραθέτω  κείμενα που βρήκα το διαδίκτυο σχετικά με τη μάχη του Μελιγαλά μεταξύ ταγματασφαλίτων και του ΕΛΑΣ-ΕΑΜ αλλά και την μετέπειτα σφαγή.  Κείμενα και από τις δυο πλευρές. Τα παραθέτω για να μπούμε στο κλίμα.

——

Κείμενο από την πλευρά  των ταγματασαφαλιτών

«Είναι Σεπτέμβριος του 1944

Οι Γερμανοί φεύγουν αφήνοντας πίσω τους ανοιχτές πληγές αλλά και ανακούφιση διότι το τραγούδι της Ελευθερίας αρχίζει να ακούγεται, να ανεβαίνει και να κατακλύζει βουνά και κάμπους.

Ξαφνικά όμως παγώνουν τα χείλη, διότι ένας νέος εχθρός φαίνεται εις τον ορίζοντα για να δείξει οτι τα βάσανα δεν τελείωσαν ακόμη. Κι αυτή τη φορά ο εχθρός είναι «Έλληνες», ξενοκίνητοι, σταλμένοι και κατευθυνόμενοι από τον κόκκινο φασισμό, τον αδυσώπητο εχθρό του ωραίου, του υψηλού, του πνεύματος, της Ελλάδος, της Ελληνικής ψυχής. Τα ξημερώματα της 9ης Σεπτεμβρίου 1944, ημέρα Κυριακή, οι κομμουνιστοσυμμορίται επιτίθενται κατά της Καλαμάτας με δυο Συντάγματα και με χιλιάδες χωρικούς βιαίως επιστρατευμένους. Εις τας 6 το απόγευμα και μετά από μάχη 12 ωρών συντρίβεται η φρουρά της πόλεως, η οποία ελέγχει το πιθανόν σημείον εισβολής και τότε, μετά από αγωνία και απεγνωσμένας προσπαθείας αποφασίζεται η ηρωϊκή έξοδος των πολιτών και των υπερασπιστών από την Καλαμάτα και η πορεία τους προς Μελιγαλά, την σπουδαιοτέραν βάσιν αντιστάσεως των Εθνικοφρόνων εις όλην την Μεσσηνίαν.

Έτσι λοιπόν εις τας 2 το πρωί της 10ης Σεπτεμβρίου ξεκινά μια μεγάλη φάλαγξ αποτελούμενη από πολεμιστάς, αλλά και πολύν άμαχο πληθυσμό προς το Μελιγαλά, ενώ αμέσως μετά οι ελασίται γίνονται κύριοι της Καλαμάτας, σφάζοντας και ρημάζοντας το κάθε τι. Υπολογίσιμος εχθρός τους τα παληκάρια που αποτελούν το τάγμα Μελιγαλά, αλλά ολίγοι για να αντιμετωπίσουν τα στίφη των αιματοβαμμένων φονιάδων, με επι κεφαλής τον αδίστακτο Άρη Βελουχιώτη, ο οποίος δίνει διαταγή εις τους άνδρες του να μην αφήσουν τίποτα όρθιο.

Το πρωί της 13ης Σεπτεμβρίου 1944 αρχίζει η επίθεσις κατά του Μελιγαλά, όπου ο πληθυσμός του απο 3.000 που ήταν, έχει φθάσει την στιγμήν εκείνη εις 7.000 φιλοξενώντας τους Έλληνες όλων των γύρω περιοχών. Ο Μελιγαλάς κρατάει καλά. Οι γενναίοι Έλληνες πατριώται, πολεμούν νυχθημερόν σαν λιοντάρια.

Εις τας 14 Σεπτεμβρίου, ημέρα της γιορτής του Τιμίου Σταυρού, για να δείξουν οι κομμουνισταί, περιτράνως, οτι είναι εχθροί και καταστροφείς όλων των αιωνίων αξιών, φθάνουν αλλαλάζοντας κοντά εις τα συρματοπλέγματα του στρατοπέδου των Ελλήνων, για να χορτάσουν τις βρωμερές ψυχές τους με αίμα αδελφικό.

Η προσπάθεια των γενναίων πολιορκημένων να ζητήσουν βοήθεια από τους Γαργαλιάνους αποτυγχάνει, καθώς και το σχέδιο τους για έξοδο από το Μελιγαλά, και τέλος, κατόπιν προδοσίας, οι συμμορίται κατορθώνουν και εισχωρούν εις τας γραμμάς των αμυνομένων.

12 το μεσημέρι της 15ης Σεπτεμβρίου 1944. Ο Μελιγαλάς παραδίδεται στα χέρια των εξαγριωμένων ελασιτών με επι κεφαλής τον Άρη Βελουχιώτη με τους μαυροσκούφηδες εγκληματίες καβαλλάρηδες του με Σλαβικά ρούχα της Στέππας. Ακολουθούν σκηνές φρίκης, σκηνές ντροπής για το ανθρώπινο γένος.

Αμέσως σφάζονται 41 τραυματίαι εις το Νοσοκομείον με όλο το ιατρικόν προσωπικόν. Αθώα γυναικόπαιδα και γέροι κομματιάζονται εις τους δρόμους, έγκυοι γυναίκες ξεκοιλιάζονται, κοπέλες βιάζονται κτηνωδώς. Η Ελληνική σημαία κατεβαίνει από την Κοινότητα και εις την θέσιν της βάζουν ένα κόκκινο πανί. Εις τας 16 Σεπτεμβρίου φυλακίζονται όσοι απέμειναν ζωντανοί, ενώ τα γυναικόπαιδα κλείνονται χωρίς νερό και φαί σε διάφορα υπόγεια. 18 έγκριτοι Καλαματιανοί, οι οποίοι ατυχώς εγλύτωσαν, οδηγούνται εις την Καλαμάτα, όπου κατακρεουργούνται και τους κρεμούν εις τα πολύφωτα του Δημοτικού φωτισμού της κεντρικής πλατείας της Καλαμάτας.

Τέλος όλοι οι φυλακισμένοι οδηγούνται δεμένοι, ανά τρείς, 2 χιλιόμετρα έξω του Μελιγαλά εις την μεγάλη δεξαμενή, γνωστή ως πηγάδα, όπου με τα φοβερά σύνεργα βασανιστηρίων, όπως πριόνια, τσεκούρια, τζουγκράνες, μαχαίρια, κονσερβοκούτια, κατασφάζονται και πετιούνται μέσα εις την «πηγάδα» μαζί με πολλούς ζωντανούς, μπροστά εις τα τεράστια από φρίκη και σπαραγμό μάτια των οικογενειών τους, οι οποίες υποχρεώθησαν να παρακολουθήσουν τα βασανιστήρια και την σφαγήν των οικείων τους.

Η σελίς αυτή της Ιστορίας μας είναι ντροπή και παραφωνία μεταξύ των άλλων ενδόξων σελίδων της. Είναι όμως οδυνηρή διδαχή για το σήμερα, για το αύριο, για το πάντοτε.

Τιμή και δόξα και ευγνωμοσύνη εις αυτούς, που με το αίμα τους κράτησαν το όνομα του «Έλληνος» ψηλά, καθαρό, άσπιλλο. Και τέτοιοι είναι και οι 1500 ένδοξοι νεκροί του Μελιγαλά. Πρέπει λοιπόν να τιμάται η μνήμη των θυμάτων του Μελιγαλά για να μας θυμίζει τον άδικο χαμό τους, αλλά και την βαρβαρότητα των ανθελλήνων σφαγέων τους;

Αναμφισβήτως, ναι.

Επίλογος

Το επίσημον κράτος μέχρι και το 1974 τιμούσε και μετείχε εις το τελούμενον μνημόσυνον. Δυστυχώς μετά το 1974 το επίσημον κράτος απέχει και μάλιστα απαραδέκτως, από το να τιμά την μνήμην των αγρίως σφαγιασθέντων πατριωτών του Μελιγαλά. Οι συγγενείς όμως των θυμάτων και ο Ελληνικός λαός περιφρονώντας τας κρατικάς απαγορεύσεις και την απαράδεκτον κατάργησιν του Μνημοσύνου, αυθορμήτως και με ιδικήν των πρωτοβουλίαν προσέρχονται και τιμούν την μνήμην των θυμάτων της κομμουνιστικής θηριωδίας.

Ο Μελιγαλάς δεν είναι εκδήλωσις μίσους αλλά εκδήλωσις Εθνικής Μνήμης, διότι έθνη τα οποία ξεχνούν την Ιστορίαν των είναι καταδικασμένα εις αφανισμόν.

Η Δημοκρατία για να ζήσει και να διαφυλαχθεί χρειάζεται απαραιτήτως την Εθνικήν της μνήμην. «

—-

 Νέο κειμενο άπω την πλευρά του ΕΑΜ
» Στις 22/4/1944, ο Αρης πέρασε στην Πελοπόννησο με αποστολή να βοηθήσει στην ανάπτυξη του αντάρτικου κινήματος και στη συντριβή των εθνοπροδοτικών ταγμάτων ασφαλείας. Ηταν μια αποστολή, στην οποία πέτυχε απόλυτα. Η πιο σημαντική μάχη με τους ταγματασφαλίτες δόθηκε στον Μελιγαλά και επειδή την ιστορία την γράφουν οι νικητές έχει χυθεί τόνους λάσπης από τους φασίστες για την στάση που κράτησε ο Αρης σ’ αυτή την μάχη. Να πως την περιγράφει ένας από τους συναγωνιστές του Αρη, ο Γιάννη Χατζηπαναγιώτου (Καπετάν Θωμά) στο βιβλίο του «Η Πολιτική διαθήκη του Άρη Βελουχιώτη: «Τρεις μέρες κράτησε η φονική μάχη στον Μελιγαλά, 13, 14, 15 Σεπτεμβρίου 1944. Οι ταγματασφαλίτες είχαν συγκεντρώσει εκεί 1500 άνδρες με βαρύ οπλισμό και πυροβολικό. Στις 13 Σεπτεμβρίου το 9ο σύνταγμα του Ε.Λ.Α.Σ και τμήματα του 8ου Συντάγματος εξαπολύουν την επίθεση μετά τις άκαρπες προσπάθειες κι εδώ για παράδοση του οπλισμού με την εγγύηση οτί κανείς από τους άνδρες δεν θα θιγόταν. Ο αγώνας υπήρξε σκληρός. Τα φανατισμένα όργανα του εχθρού κρατούσαν γερά τις θέσεις τους ακόμη και τη δεύτερη μέρα. Οι απώλειες κι από τις δυο μεριές ήταν μεγάλες. Ο Άρης διατάσσει τότε να ριχτούν στη μάχη και εφεδρείες από το 11ο σύνταγμα της Τρίπολης. Το οχυρό πέφτει και η μάχη κλείνει στις 15 Σεπτεμβρίου. Οι απώλειες των ταγματασφαλιτών ήταν μεγάλες. Είπαν και έγραψαν για τη μάχη αυτή ότι ο Άρης βλέποντας τις μεγάλες απώλειες του Ε.Λ.Α.Σ, έδωσε εντολή να εκτελεσθούν οι αιχμάλωτοι. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Αιχμάλωτοι στη φονική αυτή μάχη δεν ήταν δυνατό να μην υπάρξουν. Οι ταγματασφαλίτες πετσοκόφτηκαν μαχόμενοι ως την τελευταία στιγμή από θέση σε θέση. Τα σώματα τους ρίχθηκαν με ανάθεμα για το αδικοχαμένο αίμα από τους βασανισμένους κατοίκους της περιοχής στη περιλάλητη Πηγάδα. Ο Άρης δεν σκότωνε αιχμαλώτους. Πολεμούσε κι όποιον πάρει ο χάρος. Όποιος γλύτωνε, χάρισμα του. Κι ας είχε ο Ε.Λ.Α.Σ στη μάχη αυτή τις πιο μεγάλες απώλειες: 60 νεκροί και 150 τραυματίες.»

—-

Γ. Κείμενο 

18ον. Μπεζεστένι Μελιγαλά.

Προσωρινό στρατόπεδο διότι σε λίγες μέρες άδειασε, θα δούμε πώς.: Μπεζεστένι σημαίνει «υπαίθριο παζάρι» και είναι ένας μαντρότοιχος δίπλα στο Σσταθμό Μελιγαλά. που γινόντουσαν εμποροπανηγύρεις,

Εδώ συγκεντρώθηκαν οι λίγοι εναπομείναντες άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας Μελιγαλά και Καλαμάτας μετά την ήττα τους στη μάχη του Μελιγαλά, καθώς και πάρα πολλά άτομα που φοβούντο την δράση του ΕΛΑΣ και του Άρη Βελουχιώτη. Οι άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας ήταν μία μικρή μειοψηφία. Ο συνολικός αριθμός όλων των Ταγματασφαλιτών πριν την μάχη ήταν 800 άτομα. Ο Βελουχιώτης είχε εκδώσει την υπ’ αριθ. Ε.Π.Ε. 330/15-9-44 διαταγή «Πας συλλαμβανόμενος Ταγματασφαλίτης θα τουφεκίζεται επί τόπου», και οι ΕΛΑΣίτες πειθάρχησαν στην διαταγή του. Συνεπώς ο αριθμός ήταν πολύ λιγότερος από 800 άτομα λόγω απωλειών στη μάχη και της εκτελέσεως των αιχμαλώτων. Παρόλα αυτά στο Μπεζεστένι βρέθηκαν στοιβαγμένα 2.000 άτομα, όλων των ηλικιών, από μωρά μέχρι γέρους. Γι’ αυτό λοιπόν καταρτίστηκε μία επιτροπή από τους ΕΑΜίτες Βασίλειο Μπράβο, Γιάννη Καραμούζη και άλλους για εκκαθάριση του στρατοπέδου. Πράγματι απελύθησαν πολλά γυναικόπαιδα, αλλά μερικά από αυτά μόλις βγήκαν έξω σκοτώθηκαν από διάφορους ΕΛΑΣίτες.

Πολλοί αξιωματικοί και στρατιώτες των Ταγμάτων συγκεντρώθηκαν στο χωριό Μερόπη δίπλα στο Μελιγαλά. στη μάντρα του «Κριμπά». Μεταξύ των κρατουμένων στο Μπεζεστένι και ο Περικλής Μπούτος με τα δύο του παιδιά, πατέρας του πολιτευτή Γιάννη Μπούτου, ενώ στη Μερόπη ήταν ο κατοχικός Νομάρχης Μεσσηνίας Περωτής. Ο Γιάννης Καραμούζης μαζί με τον Βασ. Μπράβο συγκρότησαν εκτελεστικά αποσπάσματα του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ υπό την διοίκηση του Μάτζαρη και του Ν. Μητροπούλου.

Αλλά ας αφήσουμε τον ίδιο τον Γιάννη Καραμούζη να μας τα διηγηθεί από το βιβλίο του «Πατριώτες και προδότες στο Μωριά!».

«Ο Άρης με τον υπασπιστή τον Τζαβέλα και 4-5 μαυροσκούφηδες επεσκέφθη στο χωριό Μερόπη τους Ταγματασφαλίτες που δεν είχαν εκτελεσθεί. Τους έγδυσε και ο ίδιος προσωπικώς έδωσε το σύνθημα για άγριο ξυλοδαρμό μέχρι αίματος. Μόλις βράδιασε τους παρέδωσε στους μαυροσκούφηδες και με την βοήθεια και άλλων ανταρτών σφαγιάσθηκαν όλοι, λίγο έξω από την Μερόπη». (σελ. 74).

Κάποιος άλλος αναφέρει ότι ο Τζαβέλας σκότωσε μερικούς πατώντας τους στα κεφάλια με τις αρβύλες του!!!

Για το τι έγινε στο «Μπεζεστένι». θα αφήσουμε πάλι τον ίδιο να μας τα διηγηθεί:

«Εθεωρείτο δείγμα αφοσιώσεως και πίστεως στο κόμμα η αυτοπρόσωπος εκτέλεση κρατουμένων ή η σύμπραξης και η συμβολή δια την’ εκτέλεση. Οι οργανωθείς είχαν διαπαιδαγωγηθεί σ’ αυτό το πνεύμα.

Πολλές οργανώσεις, για να φανούν «πρότυπα» καλών και πιοτών κομματικών οργανώσεων ζητούσαν και φυσικά έπαιρναν τους συγχωριανούς των να τους «δικάσουν» και να τους εκτελέσουν στα χωριά τους. Το παράδειγμα το έδωσε η οργάνωση Οιχαλίας και Μερόπης. Πήραν τους συγχωριανούς των και εκεί με πανηγύρια και χορούς τους εκτέλεσαν. Το παράδειγμα τους το μιμήθηκε και το Νησί: Πήραν 13 από τον Μελιγαλά τους οδήγησαν στο κέντρο της πόλεως Μεσσήνης και εκεί με χορούς και τραγούδια – αντιγραφή των κανιβάλων – τους εκτέλεσαν» (σελίς77).

Δεκαοκτώ όμως άτομα εκτελέσθηκαν κατ’ άλλον τρόπον, ας δούμε πως:

«Μεταξύ των αιχμαλώτων τον Μελιγαλά ήσαν πολλοί πολιτευτές και μερικοί αξιωματικοί Ήταν πρόσωπα που η εκτέλεση των υπό κάποια «μορφή νομιμότητας» δηλαδή δι’ ανταρτοδικείων. αφού δεν είχαν εκτελεσθεί κατά την «μάχη», Ίσως να δημιουργούσε ζητήματα στο κόμμα. Γι’ αυτό βρέθηκε τρόπος «ανεύθυνου» εκτελέσεως των. Κατά πρόταση τον Βασ. Μπράβου, που υιοθετήθηκε από τον Κουλαμπά, θα μεταφερόντουσαν στην Καλαμάτα. Εκεί θα είχε προετοιμασθεί «αγανακτισμένο» πλήθος και θα τους εκτελούσε. Πράγματι την 16 Σεπτεμβρίου ξεχωρίστηκαν 18 άτομα δια να μεταφερθούν στη Καλαμάτα. Η κομματική όμως οργάνωση της Καλαμάτας δεν μπόρεσε να οργανώσει καλά και να προετοιμάσει τους «αγανακτισμένους». Γι’ αυτό ειδοποίησε και ανεβλήθη, δια την επομένη, η μεταφορά των εις την Καλαμάτα.

Η ΕΑΜική εφημερίδα «Ελεύθερη Μεσσηνία» στις 17 Σεπτεμβρίου αντέγραφε την είδηση ότι πρόκειται το απόγευμα να μεταφερθούν στην Καλαμάτα οι αρχηγοί των Ταγμάτων. Οι κομματικές οργανώσεις κινητοποίησαν τα μέλη τους και τους οπαδούς των ώστε σε ορισμένη ώρα να ευρίσκονται σε καθορισμένο μέρος των Καλαμών δια να «υποδεχθούν» τους αρχηγούς των Ταγμάτων.

Το απόγευμα της 17 Σεπτεμβρίου, 18 εκ των αιχμαλώτων, μεταξύ των οποίων οι Περικλής Μπούτος, πολιτευτής του κόμματος των φιλελευθέρων. Ταγματάρχης Χριστόφιλος, Ταγματάρχης Χωροφυλακής Φραγκουδάκης, Γαλόπουλος αντεισαγγελέας Καλαμών, Δημήτριος Περωτής Νομάρχης Μεσσηνίας, Μορφονιός Ταγματάρχης κ.λ.π. μεταφέρθηκαν δι’ αυτοκινήτου στην Καλαμάτα. Το αυτοκίνητο σταμάτησε στην κεντρική πλατεία. Εκεί είχε συγκεντρωθεί πολύς κόσμος και τα «χωνιά» του Ε.Α.Μ. από ενωρίς καλούσαν το «λαό» να είναι συγκεντρωμένος για την «υποδοχή».

Μόλις άρχισαν να τους κατεβάζουν από το αυτοκίνητο, τους έπεσαν απάνω οι «αγανακτισμένοι» και με μαχαίρια και ραβδιά τους σκότωσαν, υπό τα αλλεπάλληλα συνθήματα των χωνιών του Ε.Α.Μ. Μετά την κατακρεούργηση των προς «τέρψιν» του λαού κρεμάστηκαν στα φανάρια της κεντρικής πλατείας της πόλεως».

Ο δολοφονηθείς Νομάρχης Μεσσηνίας Δημ. Περωτής επικεφαλής επιτροπής γλίτωσε στις 11-2-1944 από το Γερμανικό εκτελεστικό απόσπασμα τον μεγαλύτερο αριθμό από τους 1500 συλληφθέντες Καλαματιανούς στο Γερμανικό Στρατόπεδο συγκεντρώσεως <<Παπαφλέσσας >>στην Καλαμάτα. Δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα για 149 άτομα που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς ως αντίποινα δια τον φόνο 2-3 Γερμανών από τους αντάρτες τους ΕΛΑΣ στο χωριό Άγιος Φλώρος Μεσσηνίας. Και να φανταστείτε ότι ο ΕΛΑΣ ΗΞΕΡΕ ότι υπάρχουν συλληφθέντες να εκτελεστούν ως αντίποινα. Τα έκανε ΕΠΙΤΗΔΕΣ.

Ο δολοφονηθείς Ταγματάρχης Χωροφυλακής Φραγκουδάκης τον Μάιο του 1944 γλίτωσε την τελευταία στιγμή από το Γερμανικό εκτελεστικό απόσπασμα 50 ΕΑΜιτες της Καλαμάτας και αυτοί για ευγνωμοσύνη τον κατακρεούργησαν.

(ΣΗΜ:Κατά τον ίδιο τρόπο και μετά από ομιλίες ακόμα και «Εθνοσυμβούλου»,ΚΚΕ-ΕΑΜ που κάλεσε το λαό να τιμωρήσει τους προδότες, εξετελέσθησαν στην Πύλο Μεσσηνίας 21 άτομα με μαχαίρι και τα πτώματα τους πετάχτηκαν από τα παράθυρα στο μαινόμενο πλήθος πού φώναζε ρίξε τους ρίξε τους!!! Ότι και να είχαν κάνει αυτά τα άτομα, ο τρόπος της δολοφονίας τους ήταν κανιβαλικός.)

Όσοι απέμειναν στο Μπεζεστένι τουφεκίσθηκαν όλοι «δια να μη τους κάνει χωροφύλακες ο Γεώργιος Παπανδρέου» και τα σώματα τους ρίφθηκαν στην περιβόητη πηγάδα (γνωστή η ιστορία της). Τα θύματα περίπου 2.000.

Αυτό ήταν το τέλος του Στρατοπέδου συγκεντρώσεως Μελιγαλά.

—-

Κείμενο Δ  Η σφαγή

Η κωμόπολη του Μελιγαλά, κτισμένη σ’ένα ύψωμα της άνω Μεσσηνίας, στο σταυροδρόμι των διαβάσεων Καλαμάτα-Πύργος, Καλαμάτα-Τρίπολη, και Κυπαρισσία-Τρίπολη, αλλά και σε ίση απόσταση από τα βουνά της Ιθώμης, του Ταϋγέτου και της ορεινής Ολυμπίας, είχε μεγάλη στρατηγική αξία στην Κατοχή. Γιά μιά περίοδο, οι σύμμαχοι ήθελαν να πείσουν τους Γερμανούς ότι οι κόλποι της Καλαμάτας και της Κυπαρισσίας ήταν πιθανοί προορισμοί απόβασης στα Βαλκάνια, ώστε να προωθήσουν τις δυνάμεις τους νοτιότερα στα Βαλκάνια. Από τον Μάϊο του 1941, οι Ιταλοί είχαν εγκαταστήσει στον Μελιγαλά πλήρη λόχο, και οι Γερμανοί μικρό απόσπασμα με πυροβόλα και ασυρμάτους. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, η Γερμανική φρουρά αυξήθηκε σημαντικά σε άνδρες (70-80) αλλά κυρίως σε βαριά όπλα που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από νεοφερμένες δυνάμεις, και διοικείτο από ταγματάρχη που γνώριζε την Ελληνική γλώσσα.

Ένας από τους πρωταγωνιστές στα γεγονότα της Μεσσηνίας το 1943-44 ήταν ο ταγματάρχης Παναγιώτης Στούπας. Γεννηθείς το 1894 στο χωριό Λεύκη κοντά στους Γαργαλιάνους, είχε καταταγεί στο στρατό το 1914 να υπηρετήσει τη θητεία του, αλλά στη συνέχεια μονιμοποιήθηκε και το 1916 έλαβε τον βαθμό του ανθυπολοχαγού. Έλαβε μέρος στον πόλεμο της Μικράς Ασίας, και τραυματίστηκε τρεις φορές. Αποστρατεύθηκε το 1923 με τον βαθμό του υπολοχαγού ως βασιλόφρονας, αλλά πήρε τους βαθμούς του λοχαγού (1925) και του ταγματάρχη (1935) ως έφεδρος. Ως απόστρατος ζούσε στην Ξάνθη, και ησχολείτο με το εμπόριο ξυλείας. Έλαβε μέρος στον πόλεμο του ’40 ως εθελοντής, υπό τον μετέπειτα αρχηγό των Ταγμάτων Ασφαλέιας στη νότια Πελοπόννησο, τον συνταγματάρχη Παπαδόγκωνα, διοικητή της Μεραρχίας Κρητών στην Ήπειρο που κατέλαβε την Τρεμπεσίνα.

Πολλοί Κρήτες στρατιώτες, που αποκόπηκαν στη Μεσσηνία μετά την κατάρρευση του μετώπου, κατέφυγαν στο χωριό του Στούπα γιά να τους βρει οικογένειες στην περιοχή να τους φιλοξενήσουν. Ο Στούπας, γυιός του ιερέως της Λεύκης παπα-Σπύρου, ήταν άνθρωπος ήπιων τόνων και αγαθού χαρακτήρος, αλλά σφόδρα αντικομμουνιστής. Ξεκίνησε την Αντιστασιακή του δράση με δική του Ομάδα ανταρτών στα βουνά της Μάλης, στην ορεινή Τριφυλία, μετά από πρόσκληση του Βρετανού ταγματάρχη Reed, συνδέσμου αξιωματικού του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής. Η Ομάδα του, με δύναμη γύρω στους 50 αντάρτες ήταν μέρος της μεγάλης Αντιστασιακής Οργάνωσης Ελληνικός Στρατός (ΕΣ). Με τη διάλυση του ΕΣ από τον ΕΛΑΣ, τον Σεπτέμβριο-Οκτώβριο 1943, ήρθε και το τέλος της Ομάδας του Στούπα, στην οποία αξίζει να σημειωθεί ότι τον Σεπτέμβριο 1943 είχαν καταταγεί και 27 Ιταλοί στρατιώτες από την φρουρά της Κυπαρισσίας.  Ο Στούπας είχε έρθει σε επαφή και με τη διοίκηση του Ιταλικού Τάγματος που στάθμευε στους Γαργαλιάνους. Χωρίς την παρεμβολή του ΕΑΜ, ολόκληρο το Τάγμα θα πήγαινε σ’αυτόν, και οι Ιταλοί στρατιώτες δεν θα ρίχνονταν στον Ισθμό της Κορίνθου από τους Γερμανούς. Τελικά, οι 27 Ιταλοί στρατιώτες κατέληξαν στον ΕΛΑΣ, όταν διαλύθηκε η Ομάδα του Στούπα.

Ο Στούπας επέστρεψε στο χωριό του, παρά το γεγονός ότι κατά την διάλυση της Ομάδας του και γιά να αφεθεί ελεύθερος, είχε υποσχεθεί να παρουσιαστεί στο αρχηγείο του ΕΛΑΣ, στο Δυρράχι της Αρκαδίας. Με εντολή της Νομαρχιακής Επιτροπής Μεσσηνίας (ΝΕΜ)του ΕΑΜ, στις 10 Οκτωβρίου 1943, δυό λόχοι του ΕΛΑΣ, εφεδρικοί της περιοχής και Πολιτοφύλακες, κύκλωσαν τη Λεύκη να τον συλλάβουν. Εκείνος τους περίμενε με 10 περίπου συντρόφους, που οι πιό πολλοί ήταν συγγενείς του του. Στη μάχη που ακολούθησε, ο ΕΛΑΣ δολοφόνησε 3 συντρόφους του Στούπα (εκ των οποίων ο ένας, ο Χρήστος Μιχαϊλάκης, ήταν από τους εκ Κρήτης στρατιώτες του) που πίστεψαν τις υποσχέσεις των ανταρτών ότι δεν θα τους πειράξουν και παραδόθηκαν, και 3 αθώους χωριάτες. Ακόμη, έκαψαν το πατρικό σπίτι του Στούπα και άλλα 9 στο χωριό. Τα θύματα του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ ήταν 18-20 νεκροί και αρκετοί τραυματίες, τα περισσότερα από το χέρι του Στούπα, που η σκοπευτική του ικανότητα με το τουφέκι και το πιστόλι έχουν μείνει θρυλικές. Ένας που έπεσε από το χέρι του Στούπα ήταν ο απεσταλμένος της ΝΕΜ Γιάννης Δροσόπουλος ή Δρυνέας, που έφερε την εντολή της σύλληψης του Στούπα. Από τύχη -οι αντάρτες νόμισαν ότι αυτοκίνητα του Ερυθρού Σταυρού που έρχονταν από τα Φιλιατρά ήταν Γερμανοί- ο Στούπας ξέφυγε τραυματισμένος και κρυβόταν στους γύρω λόφους. Ο συνταγματάρχης Παπαδόγκωνας, που φαίνεται ότι τον εκτιμούσε ιδιαίτερα, βρισκόταν τότε στην Αθήνα όπου προετοίμαζε τα Τάγματα Ασφαλείας της Νοτίου Πελοποννήσου. Οργάνωσε από εκεί επιχείρηση με Γερμανούς που κατέβηκαν στη Λεύκη, πήραν τον Στούπα και τον έφεραν στην Αθήνα λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 1943.

Στα μέσα Μαρτίου 1944, ο Στούπας κατέβηκε σιδηροδρομικώς στην Καλαμάτα να οργανώσει Τάγμα Ασφαλείας στη Μεσσηνία. Είχε μαζί του και 80 περίπου άνδρες, όλους Μεσσήνιους και Κρήτες κυνηγημένους όπως και ο ίδιος από τη Μεσσηνία από το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ λόγω συμμετοχής τους σε άλλες οργανώσεις Αντίστασης. Εγκατέστησε τη βάση του ΤΑ στον Μελιγαλά, αλλά αργότερα εγκατέστησε φρουρές και σε 6 άλλες πόλεις και κωμοπόλεις της Μεσσηνίας. Στις 7 Απριλίου 1944, ένα τάγμα του ΕΛΑΣ επιτέθηκε στο ΤΑ του Στούπα, στον Μελιγαλά. Παρά την αρχική επιτυχία της, η επίθεση του ΕΛΑΣ τελικά αποκρούστηκε και μάλιστα χωρίς σημαντική βοήθεια από τη Γερμανική φρουρά. Αυτή είναι η μοναδική επίθεση του ΕΛΑΣ εναντίον βάσης ΤΑ πριν την απελευθέρωση, με την πιθανή εξαίρεση της επίθεσης στο Βαλτέτσι, αλλά εκεί οι ένοπλοι Βαλτετσιώτες δεν ανήκαν πραγματικά στο ΤΑ της Τρίπολης.

Η πρώτη αυτή μάχη του Μελιγαλά επηρέασε τα μετέπειτα γεγονότα ποικιλοτρόπως. Έδωσε στα ΤΑ μιά εσφαλμένη πεποίθηση δύναμης, που συνέβαλε στην απόρριψη του τελεσίγραφου παράδοσης στον ΕΛΑΣ αργότερα. Παρεκίνησε εκατοντάδες άνδρες της περιοχής να καταταγούν στο ΤΑ, και προκάλεσε το κυνηγητό του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ εναντίον των οικογενειών τους. Το δε ΤΑ Μελιγαλά, σε συχνές εξορμήσεις στη Μεσσηνία ελευθέρωσε τους κρατούμενους στα Στρατόπεδα Συγκέντωσης του ΕΑΜ στο Χαλβάτσου και στην Ποταμιά με 450 περίπου κρατούμενους (μεταξύ των οποίων πάνω από 10 μέλη της οικογένειας του Στούπα, ηλικίας από 1 έως 80 ετών), συνέλαβε πολλούς πολιτοφύλακες και μέλη του ΕΑΜ, και κατεδίωξε άλλους. Γενικά, η πρώτη μάχη στον Μελιγαλά βοήθησε να μεγαλώσει το χάσμα μεταξύ των δύο παρατάξεων στη Μεσσηνία.

Ερχόμαστε στον Σεπτέμβριο 1944. Οι Γερμανοί αποχωρούν από την Καλαμάτα και τον Μελιγαλά στις 5 του μηνός. Φυσικά, απεχώρησαν με όλη τους την άνεση. Ο ΕΛΑΣ είχε τότε στην Πελοπόννησο πάνω από 8.000 χιλιάδες αντάρτες, εκ των οποίων 6.000 νότια και δυτικά της Μεγαλόπολης, αλλά δεν κτύπησε πουθενά τις Γερμανικές μονάδες που συμπτύσσονταν. Η προσοχή του ΕΛΑΣ είχε ήδη στραφεί αποκλειστικά στα Τάγματα Ασφαλείας. Στη Μεσσηνία, πρώτα επιτίθεται και καταλαμβάνει την Καλαμάτα την 9η Σεπτεμβρίου. Την 13η, έρχεται η σειρά του Μελιγαλά που τον καταλαμβάνει το μεσημέρι της 15ης, ημέρα Παρασκευή. Οι αμυνόμενοι ήταν 800 περίπου ταγματασφαλίτες και 150 χωροφύλακες. Ο πληθυσμός της κωμόπολης ήταν τότε γύρω στις 3.000, αλλά είχε αυξηθεί σε τουλάχιστον 10.000 από κατοίκους της γύρω περιοχής που είχαν καταφύγει εκεί γιά προστασία από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ και την Πολιτοφυλακή του ΕΑΜ. Πολλοί είχαν φέρει μαζί τους και τα υπάρχοντά τους. Τα ζώα τους, και ότι μπορούσαν να μεταφέρουν από τα σπίτια τους. Κάτι που δεν είχε γίνει ποτέ στη Μεσσηνία από την εποχή του Ιμπραήμ! Αυτό είναι ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός. Πιστεύω ότι δείχνει επακριβώς το λόγο δημιουργίας των ΤΑ, που ήταν η προστασία μεγάλου μέρους του λαού από την τρομοκρατία του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Μέχρι τώρα όμως δεν έχει αναλυθεί από κανέναν και πουθενά, σε όλες τις διαστάσεις του.

Τα θύματα της μάχης από τους αμυνόμενους και τους άμαχους ήταν γύρω στα 25. Οι άμαχοι νεκροί προήλθαν από τον βομβαρδισμό της πόλης με βαριά πυροβόλα όπλα από τον ΕΛΑΣ. Να σημειωθεί ότι το ΤΑ δεν ήταν πιά υπό την διοίκηση του Στούπα. Είχε φύγει ένα μήνα νωρίτερα γιά να δημιουργήσει το ΤΑ Γαργαλιάνων. Αυτός ήταν ο όρος των Γερμανών στρατηγών της Πελοποννήσου γιά να μην προβούν σε αντίποινα γιά τους 100 και πλέον στρατιώτες που είχαν χάσει από την ενέδρα του ΕΛΑΣ στου Μανούσου το Γεφύρι, μεταξύ Γαργαλιάνους και Χώρα, στις 19 Ιουλίου 1944. (Λεπτομέρειες γι αυτή την πτυχή της ιστορίας των ΤΑ στη Μεσσηνία υπάρχουν στο βιβλίο του Ιωάννη Μπουγά “Ματωμένες Μνήμες”).

Μετά την είσοδο των ανταρτών στην πόλη, ταγματασφαλίτες και άμαχοι διατάσσονται με χωνιά να αφήσουν τα σπίτια τους ανοικτά και να συγκεντρωθούν σε δύο σημεία. Στο Μπεζεστένι (την πανηγυρίστρα του Μελιγαλά), και στις “Μουριές του Δεληγιάννη”, στο κέντρο της πόλης. Ντόπιοι αντάρτες του ΕΛΑΣ και πολιτοφύλακες του ΕΑΜ, άγνωστο με τι κριτίρια, πέρνουν από εκεί ομάδες αιχμαλώτων διαφόρων μεγεθών, και τις μεταφέρουν στα γύρω χωριά. Στη Μερόπη (από την Ομάδα της Μερόπης προέρχονταν οι 18 που μεταφέρθηκαν στην Καλαμάτα και λυντσαρίστικαν στην κεντρική πλατεία την Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου), στο Σολάκιο, στην Ανθούσα, στο Νεοχώριο, στην Οιχαλία, στη Σκάλα, αλλά και μακρύτερα μέχρι τη Μεσσήνη.

Όσους πήγαν στα χωριά, τους περισσότερους τους εκτέλεσαν την επομένη ημέρα, 16 Σεπτεμβρίου, συνήθως παρουσία “θεατών”. Στη Μερόπη τους αιχμαλώτους τους επισκέφθηκε ο ίδιος ο Βελουχιώτης με τους Μαυροσκούφηδες, και συμμετείχε σε ξυλοδαρμό τους με το καμουτσί του. Το ίδιο βράδυ, 27 ή 28 αιχμάλωτοι σφάγηκαν από τους Μαυροσκούφηδες και τα σώματά τους ρίχτηκαν σ’ ένα ξεροπήγαδο που τότε ανήκε στην οικογένεια Ανδριανόπουλου. Σ’ αυτούς που μεταφέρθηκαν στο Νεοχώρι ήταν και η οικογένεια ενός επιλοχία του ΤΑ, του Παναγιώτη Μπένου, που είχε σκοτωθεί σε μιά από τις συγκρούσεις στον ύψωμα του Προφήτη Ηλία του Μελιγαλά. Το ύψωμα άλλαξε τρεις φορές χέρια μεταξύ ΕΛΑΣ και ΤΑ. Στο Νεοχώρι ήταν η μητέρα του Μπένου, δυό νεαρές αδελφές του, και ο μικρότερος αδελφός του. Τις κοπέλλες τις γνώρισε μιά αντάρτισσα και τις βασάνισαν, δεμένες σε δυό καρέκλες, πριν τις αποτελειώσουν με το μαχαίρι, ενώ οι άλλοι κρατούμενοι και κάτοικοι παρακολουθούσαν. Στη μητέρα και τον μικρό γυιό της, τους χάρισαν τη ζωή. Σύμφωνα με μιά καταγεγραμμένη μαρτυρία, τη μητέρα την άφησαν ζωντανή γιά να υποφέρει, ενώ ο μικρός γλύτωσε γιατί με τη συμβουλή της μητέρας του έδωσε άλλο όνομα, κάποιας αριστερής οικογένειας. Να σημειωθεί ότι τα πτώματα όλων αυτών -περίπου 700, σύνολο- που δολοφονήθηκαν μακριά από τον Μελιγαλά δεν ρίχτηκαν στην Πηγάδα.

Πίσω στον Μελιγαλά, αυτούς που απέμειναν στις Μουριές του Δεληγιάννη τους φυλάκισαν γιά τη νύκτα σε δημόσια κτίρια της πόλης, και πολύ πρωΐ την επόμενη ημέρα τους οδήγησαν κι αυτούς στο Μπεζεστένι. Ενώ γίνονταν αυτά, είχαν αρχίσει και οι αυτοδικίες από αντάρτες του ΕΛΑΣ, οι οποίοι κατάγονταν από το Μελιγαλά ή την γύρω περιοχή, που γνώριζαν τους ταγματασφαλίτες και τους υποστηρικτές τους. Ένας, που σύμφωνα με πολλές επώνυμες μαρτυρίες, εκτέλεσε ιδιοχείρως ταγματασφαλίτες αλλά και πολίτες, τις πρώτες ώρες μετά την πτώση του Μελιγαλά και την επομένη, είναι ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ Κώστας Κανελλόπουλος από το πλησίον χωριό Καλλιρόη, μετέπειτα ηγετικό στέλεχος του ΔΣΕ Πελοποννήσου.

Την είσοδο του ΕΛΑΣ στον Μελιγαλά ακολούθησε και καθολικό πλιάτσικο. Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ πέρνουν ρούχα, παπούτσια, τρόφιμα, και χρυσαφικά. Οι εφεδρο ΕΛΑΣίτες και τα μέλη και φίλοι του ΕΑΜ που ακολουθούν, πέρνουν τα πάντα, οτιδήποτε μπορεί να μετακινηθεί! Τους επόμενους μήνες οι περισσότεροι κάτοικοι του Μελιγαλά δεν είχαν κατσαρόλες να μαγειρέψουν, ούτε κουταλοπήρουνα να φάνε! Θύματα του πλιάτσικου ήταν οι κάτοικοι του Μελιγαλά, εκτός από τα μέλη και τους φίλους του ΕΑΜ, αλλά και όλοι αυτοί που είχαν καταφύγει στην πόλη από τα γύρω μέρη.

Στον Μελιγαλά σχηματίζεται Λαϊκή Επιτροπή, γιά να αποφασίσει την τύχη των χιλιάδων αιχμαλώτων που είναι πιά στοιβαγμένοι σαν ζώα στο Μπεζεστένι, την πανηγυρίστρα του Μελιγαλά. Οι πιό πολλοί άνδρες είναι ημίγυμνοι, μόνο με τα εσσώρουχα. Τις πρωϊνές ώρες του Σαββάτου, 16 Σεπτεμβρίου, απολύονται τα περισσότερα παιδιά, οι γυναίκες, και πολλοί ηλικιωμένοι. Κανείς δεν μπορεί να πει γιατί μερικά παιδιά, κορίτσια, και ηλικιωμένες γυναίκες και γέροντες, κρατήθηκαν. Το μεσημέρι φτάνει στο Μπεζεστένι, από το κέντρο της πόλης που είχε περάσει τη νύκτα, ο Άρης Βελουχιώτης συνοδευόμενος από τον Αχιλλέα Μπλάνα (Γ.Γ. του Πελοποννησιακού Γραφείου του ΚΚΕ) , τον Νίκο Μπελογιάννη (ειδικό απεσταλμένο του Γιώργη Σιάντου), τον Τάσσο Κουλαμπά (στέλεχος του ΚΚΕ στη Μεσσηνία), τους καπετάνιους του 8ου και 9ου συντάγματος του ΕΛΑΣ, και τους μαυροσκούφηδες συνοδούς του.

Ο Άρης βλέποντας ότι πολλοί από τους αιχμαλώτους ήταν ταγματασφαλίτες, γίνεται έξαλλος και υβρίζει χυδαία τους υπεύθυνους, γιατί προφανώς είχαν παραβεί την διαταγή του να εκτελούνται επί τόπου. Ο Γιάννης Καραμούζης, στέλεχος του ΕΑΜ Μεσσηνίας και μέλος της Λαϊκής Επιτροπής, ήταν παρών και γράφει: “ …τόσον ο Άρης όσον και ο Κουλαμπάς έβαλαν πόστα τα στελέχη του ΕΛΑΣ γιατί δεν “εξετελέσθησαν όλοι επί τόπου, αλλά τους έπιασαν ζωντανούς”…”.

Πριν από την επίθεση στην Καλαμάτα ο Άρης είχε στείλει στην 9η ταξιαρχία προφορική διαταγή, η οποία ουσιαστικά έλεγε:

– “Πας συλλαμβανόμενος ταγματασφαλίτης θα τουφεκίζεται επί τόπου”.

Ο Άρης επανέλαβε τη διαταγή του στη Λαϊκή Επιτροπή του Μελιγαλά, στο Μπεζεστένι.

Η διαταγή, που εκδόθηκε και γραπτώς, είναι η Ε.Π.Ε. 330 της ΙΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου με την υπογραφή του Βελουχιώτη και ημερομηνία 15 Σεπτεμβρίου. Στο σχετικό απόσπασμα διαβάζουμε: “..Διά τελευταίαν φοράν διακηρρύσσομεν δημοσία ότι πας ανήκων εις τα Εθνοπροδοτικά Τάγματα, όστις ήθελε παραδοθή ημίν και παραδώση τον οπλισμόν του εντός 24 ωρών από της κοινοποιήσεως της παρούσης θα του εξασφαλισθή απολύτως η ζωή και η ελευθερία επανόδου εις την οικίαν του. Μετά την εκπνοήν της άνω προθεσμίας πας εξ αυτών συλλαμβανόμενος κατά την διάρκειαν της μάχης ή άλλως ένοπλος θα τυφεκίζεται επί τόπου”.

Σύμφωνα με τον μετέπειτα λοχαγό του ΔΣΕ, Κων. Παπακωνσταντίνου (Μπελά), ο γραμματέας του ΕΑΜ Μελιγαλά του είπε ότι την πρώτη ημέρα μετά τη μάχη, η Επιτροπή του Μελιγαλά είχε καταρτίσει μιά κατάσταση που περιείχε μόνο “60 περίπου αξιωματικούς, ταγματασφαλίτες και προσωπικότητες της πόλης γιά εκτέλεση”. Όταν την παρουσίασαν στον Βελουχιώτη, αυτός τους είπε:
-“Πρέπει να ερευνηθεί η περίπτωση κάθε ταγματασφαλίτη γιά να μην ξεφύγει κανένας που έχει διαπράξει έγκλημα, και ότι δεν πρέπει να κυριαρχούνται από συναισθηματισμό και μεγαθυμία”!
Υπό τις συνθήκες που δόθηκε, είναι βέβαιο ότι η διαταγή του Άρη ερμηνεύθηκε ως:
– “Να τους εκτελέσετε όλους”!

Ο Καραμούζης γράφει: “…Ο Άρης και οι αντιπρόσωποι του κόμματος Κουλαμπάς και Ν. Μπελογιάννης είχαν πάρει την απόφασιν. Όλοι έπρεπε να εκτελεσθούν…”. Σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες, και ο ίδιος ο Βελουχιώτης δεν έφυγε με “άδεια χέρια” από το Μπεζεστένι. Όταν, μεταξύ των κρατουμένων, ανεγνώρισε τον χωροφύλακα Χαράλαμπο Κουτσόγιαννη από τη Στερεά Ελλάδα “..διέταξε έναν αντάρτη και τον πήρε…”!

Με απόφαση δυό Μεσσήνιων καπετάνιων του ΕΛΑΣ, του διοικητή του 8ου Συντάγματος Λακωνίας, ταγματάρχη Σωτήρη Ρουμπέα, και του επιτελάρχη της 9ης ταξιαρχίας, λοχαγού Σταύρου Νικολόπουλου, ορίσθηκε μιά διμοιρία του 1ου Τάγματος του 8ου Συντάγματος Λακωνίας του ΕΛΑΣ, γύρω στους 35 αντάρτες, από τα χωριά του Πάρνωνα, να μείνουν στον Μελιγαλά γιά να εκτελέσουν τους αιχμαλώτους. Μαζί με αυτούς συγκροτήθηκε και μιά Ομάδα 30 περίπου Πολιτοφυλάκων και εφεδροΕΛΑΣιτών από τον Μελιγαλά και την γύρω περιοχή. Επικεφαλής των δύο ομάδων εκτελεστών, της διμοιρίας του ΕΛΑΣ και των Πολιτοφυλάκων, τέθηκαν ο Γιώργος Μάντζαρης από τον Μελιγαλά, ο Νίκος Μητρόπουλος από το Κορυφάσσιο, και ο Δημήτρης Πιρπιρής από τους Γαργαλιάνους. (Στο βιβλίο του Ιωάννη Μπουγά υπάρχει αναφορά γιά το τέλος των δύο τελευταίων, την περίοδο της Λευκής Τρομοκρατίας, αλλά και λεπτομέρειες γιά τις αναφορές σ’αυτούς ως ήρωες από φιλοΕΑΜικές πηγές, που δείχνει το χάος που υπάρχει ακόμη μεταξύ των δύο “παρατάξεων” στην Ελλάδα γιά τον Εμφύλιο και γιά τα εγκλήματα της περιόδου).

Ο Σπύρος Ξιάρχος, που επίσης ήταν παρών και δικάστηκε ως συμμετέχων στις εκτελέσεις, γράφει: “…στο Μελιγαλά έχει μείνει μόνο μιά διμοιρία του 1ου τάγματος του 8ου συντάγματος (Λακωνία) η οποία χρησιμοποιείται ως εκτελεστικό απόσπασμα και δύναμη 30 περίπου πολιτοφυλάκων…”

Ο Παντελής Μούτουλας, που, γιά το έργο του “ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ 1941-45”, συνέλεξε μαρτυρίες από ολόκληρη την Πελοπόννησο αναφέρει: “…Τις εκτελέσεις, κατά τη συνήθη τακτική του ΕΛΑΣ, ανέλαβε αντάρτικο τμήμα από άλλη περιοχή, γιά να μη μπορούν οι εκτελεστές να αναγνωριστούν μελλοντικά. Οι ενδείξεις οδηγούν σε μιά διμοιρία του 8ου Συντάγματος από μαχητές της περιοχής Κοσμά-Τσιταλίων-Ασωπού..”(σ.σ. Οι υπογραμμίσεις δικές μου).

Ο Γιάννης Καραμούζης γράφει γιά το ίδιο θέμα: “…συγκροτήθηκε από τμήματα του ΕΛΑΣ εκτελεστικό απόσπασμα, υπό την διοίκησιν του Γ. Μάντζαρη και του Ν. Μητροπούλου”.

Ενώ γίνονται αυτά, οι αυτοδικίες από αντάρτες και καπετάνιους του ΕΛΑΣ συνεχίζονται. Αιχμάλωτοι καλούνται ονομαστικά έξω από το Μπεζεστένι και εκτελούνται. Πιό συχνά σφάζονται, υπό απίστευτα φρικιαστικές συνθήκες. Το σύνολο των θυμάτων των αυτοδικιών υπολογίζονται σε 100-150, συμπεριλαμβανομένων αυτών της πρώτης ημέρας, αμέσως μετά την είσοδο του ΕΛΑΣ στον Μελιγαλά.

Η διαταγή του Βελουχιώτη γιά εκκαθάριση των κρατουμένων, είτε δόθηκε όπως την παρουσιάζει ο Μπελάς, είτε με την πιό δραματική, φρικτή μορφή της:

-“Γιατί τους φυλάτε ακόμη όλους αυτούς. Μαχαίρι”, όπως είπαν άλλοι, είχε την ίδια απήχηση στα μέλη της Επιτροπής. Αντί πλέον να κρίνουν ποιοί θα εκτελούνταν, ανέλαβαν να σχεδιάσουν την εκτέλεση όλων των κρατουμένων. Η Επιτροπή κάλεσε σύσκεψη να συζητήσει τον τόπο και τον τρόπο εκτέλεσης και ταφής των πτωμάτων. Τότε κάποιος έριξε την ιδέα να χρησιμοποιηθεί το μεγάλο φρεάτιο, η Πηγάδα, που είχε ανοιχτεί λίγα χρόνια πριν με πρωτοβουλία του ήδη νεκρού προέδρου της Κοινότητος του Μελιγαλά, Αλκιβιάδη Παπαδόπουλου*, σε αναζήτηση πηγής νερού γιά την Κοινότητα.

Η Πηγάδα βρίσκεται βορειοδυτικά του Μελιγαλά, στα 2 περίπου χιλιόμετρα, προς το Νεοχώρι. Όταν είχε ανοιχτεί λίγια χρόνια νωρίτερα, το βάθος της Πηγάδας έφθανε τα 27-28 μέτρα, αλλά το 1944 λόγω προσχώσεων το βάθος της είχε περιορισθεί στα 16-17 μέτρα. Η διάμετρός της ήταν περίπου 8 μέτρα. (*)Αυτό έγινε την 16η Σεπτεμβρίου στο Μπεζεστένι. Πρώτα βασανίστηκε μέχρι αναισθησίας, και εν συνεχεία λιθοβολήθηκε από τους άλλους κρατούμενους με εντολή “ανώνυμου”καπετάνιου από την περιοχή).

Στο Μπεζεστένι, οι κρατούμενοι -ταγματασφαλίτες και άμαχοι- χωρίστηκαν ανάλογα με τον τόπο καταγωγής τους. Οι Τοπικές Επιτροπές του ΕΑΜ από τα γύρω χωριά και τις κωμοπόλεις της άνω Μεσσηνίας κατέφθασαν εκεί. Ανάλογα την περίπτωση, έδιναν πληροφορίες γιά κρατούμενους, αν ήταν ταγματασφαλίτες (ημίγυμνοι όπως ήταν, δεν αναγνωρίζονταν πάντα από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ και την Επιτροπή), αν ήταν “αντιδραστικοί”, κλπ. Σε άλλες περιπτώσεις, άνθρωποι των Τοπικών Επιτροπών του ΕΑΜ επενέβαιναν γιά να προστατεύσουν άλλους συγχωριανούς τους. Ονόματα προσθέτονταν και αφαιρούνταν, ανάλογα με τις επί τόπου παρεμβάσεις στελεχών του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ.

Πάλι από τον Ξιάρχο, αντιγράφουμε: “…Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας επεκράτησε η άποψη ότι γιά την εκτέλεση καθενός ταγματασφαλίτη ευθυνόντουσαν οι συγχωριανοί του. Αυτό είναι κατά 95% αναληθές. Προσπάθειες συγγενών και χωριανών έγιναν μόνο γιά διάσωση και σε ορισμένες περιπτώσεις αυτές οι προσσπάθεις απέδωσαν αλλά ο γράφων δεν έχει υπόψη του καμιά περίπτωση, δεν άκουσε ποτέ ότι κάποιος από κάποιο χωριό ζήτησε την εκτέλεση κάποιου.”

Αυτά που λέει ο Ξιάρχος, αντιστοιχούν άριστα στο πως βλέπουμε το ποτήρι το νερό: “μισοάδειο ή μισογεμάτο”.

Γιά το ίδιο θέμα ο Καραμούζης γράφει: “…οι πολιτικές οργανώσεις στο σύνολό τους ζητούσαν και επραγματοποιείτο η εκτέλεσις κάθε συγχωριανού των που ευρέθη στου Μελιγαλά. Είναι γεγονός ότι, πολλά άτομα, ενδιαφέρθησαν να σωθούν οι συμπατριώτες των ή μερικοί εξ αυτών. Πολλοί κατόρθωσαν και γλύτωσαν πολλούς.Γενικό φαινόμενον όμως και το σύνηθες ήτο, ότι οι οργανώσεις ησχολούντο με το να συλλέγουν ή να παρουσιάσουν στοιχεία “ότι τα άτομα του χωριού των ήταν υπεύθυνα γιά εγκλήματα και προδοτικές πράξεις”. Αυτό ήταν το γενικό πνεύμα…”. (σ.σ. οι υπογραμμίσεις στα ανωτέρω δύο κείμενα είναι δικές μου).

Σημειώνουμε εδώ ότι ενώ ο Ξιάρχος ομιλεί μόνο γιά ταγματασφαλίτες, ο Καραμούζης αναφέρεται σε κάθε έναν που βρέθηκε στον Μελιγαλά αιχμάλωτος, είτε ήταν ταγματασφαλίτης είτε άμαχος.

Με τη δικαιολογία της μετακίνησης σε άλλον τόπο φυλάκισης γιά να ανακριθούν, τα υποψήφια θύματα δένονταν συνήθως ανά δύο, αλλά και ανά τρεις, με σχοινί, σύρμα ή καλώδιο, και οδηγούνταν κατά μεγάλες ομάδες των 50-100 ατόμων, οι περισσότεροι φορώντας μόνον τα εσώρουχά τους και ξυπόλητοι, στο στόμιο της Πηγάδας. Εκεί, οι τυχεροί σφάζονταν “καθαρά”, και τα σώματά τους ρίχνονταν στην Πηγάδα. Πολλοί όμως, σύμφωνα με τις μετέπειτα μαρτυρίες των ιδίων των εκτελεστών, ρίχνονταν τραυματισμένοι αλλά ζωντανοί ακόμη στην Πηγάδα! Μερικοί, βασανίζονταν με ποικίλους τρόπους, πριν τελικά σφαγούν και ριχτούν στο βάραθρο.

Ο νεαρός τότε Γ.Μ. ήταν αυτόπτης μάρτυρας σε μερικές από τις κουστοδίες που έφυγαν από το Μπεζεστένι γιά την Πηγάδα. Ιδού τι αναφέρει στο βιβλίο του Ιωάννη Μπουγά:

“…Άρχιζε όμως να γεμίζει το Μπεζεστένι και ο τόπος γύρω από σκοτωμένους. Τότε σκεφτήκανε το πηγάδι που το είχε βγάλει ο μακαρίτης ο Πρόεδρος, ο Παπαδόπουλος, γιά να βρει νερό γιά τον Μελιγαλά. Άρχισαν τότε να τους παίρνουν από εδώ το Μπεζεστένι και να τους πηγαίνουν εκεί,50-50, 100-100, 70, ανάλογα. Δεμένους με σύρμα. Σε τριάδες, δυάδες, όπως τύχαινε.

-Εσύ μπάρμπα Γ. είδες με τα μάτια σου τέτοια κουστοδία να τους πηγαίνουν γιά την Πηγάδα;

– Ναί, και βέβαια! Δεν τους περνούσανε από δώ (σ.σ. όχι από τον κεντρικό δρόμο του Μελιγαλά που γινόταν η συνέντευξη). Τους πηγαίνανε από κεί, τον άλλο δρόμο, του Τσίτουρα που τον λένε. Ήταν ο Γυμνασιάρχης, ο Παναγιώτης, τον εκτέλεσαν με το παιδί του. (σ.σ. φαίνεται ότι ο Δήμος Μελιγαλά ονόμασε τον δρόμο με το όνομα του νεκρού Γυμνασιάρχη). Τους πηγαίνανε δεμένους με το σύρμα. Οι περισσότεροι ήταν σχεδόν γυμνοί και ξυπόλητοι. Τα ρούχα τους και τα παπούτσια τα είχαν πάρει πριν να φύγουν από εδώ.
Πηγαίνοντας εκεί πέρα, στον τόπο της Πηγάδας, που τότε ήτανε κατηφορικό προς τα κάτω, τώρα είναι διαφορετικά, σταματούσανε στο πάνω μέρος σε μιά ελιά. Εκεί σταμάταγε η φάλαγγα. Κάτω ήταν το απόσπασμα. Ένας-ένας, άμα είχε τίποτε ρούχα του λέγανε “βγάλτα”. Τα αφήνανε εκεί στην ελιά. Μετά του λέγανε προχώρα εκεί κάτω. Πήγαινε εκεί κάτω ο άνθρωπος, τον εκτελούσανε. Οι άλλοι εδώ πάνω τα βλέπανε. Σκέψου ο τελευταίος τι έβλεπε μέχρι να έρθει η σειρά του. Εκεί λένε ότι τους ακούγανε να τραγουδάνε “έχε γειά καϋμένε κόσμε…” οι άνθρωποι.

Το χειρότερο ήταν αυτό. Που βλέπανε αυτοί που περίμεναν τι γινότανε στους πρηγούμενους. Άντε τώρα να είναι 50, 100, και να περιμένεις. Να βλέπεις εκεί κάτω άλλον να τον σφάζουν, άλλον να τον ντουφεκάνε, άλλον να του κόβουν το χέρι, …. Όλους, παιδιά, παπάδες….Αυτό ήταν απαράδεκτο πράγμα που έγινε. Και το πράγμα είναι ότι αυτοί που εκτελούσανε τον κόσμο γίνανε ήρωες. Εγώ δεν λέω, μπορεί και από αυτούς πέντε, δέκα, κάτι να έκαναν. Αλλά να σκοτώσουνε όλο τον κόσμο;

Θυμάμαι ήταν ένας εξάδερφος της μάννας μου απο του Κατσαρού, και τον σκότωσαν τελευταίο ώρα, με την τελευταία αποστολή. Παρ’ότι ψάχνανε άνθρωποι να τον βρούνε, να τον βγάλουνε, διότι ήταν αθώος, δεν είχε κάνει τίποτα αυτός…”

Ο ιερέας του Μελιγαλά Παν. Παπαδόπουλος, σε κείμενο που έγραψε λίγα χρόνια μετά τη σφαγή, και το οποίο περιέχεται στο βιβλίο του Ηλία θεοδωρόπουλου, περιγράφει πολύ παραστατικά την κατάσταση στο Μπεζεστένι, αλλά και το έγκλημα της Πηγάδας:

“……Οι εις Μπεζεστένι ευρισκόμενοι ήσαν εις την διάθεσιν του κάθε καπετάνιου, όστις πήγαινε μέσα και συνελάμβανε όποιον ήθελε της αρεσκείας του, όπως ο τσοπάνος διαλέγει εκείνο το σφακτό που θέλει να σφάξη, τον οδηγούσε έξω και τον εκτελούσε. Ακολούθως το τραγικώτερον που συνέβει και απαίσιον στον αιώνα ήτο δύο-δύο έδεναν από τα χέρια με καλώδιο με μόνον το υποκάμισον και το εσώβρακον στη γραμμή κατά ομάδας και τους οδηγούσαν στην ιστορικήν Πηγάδα. Τους έκοβαν, άλλων το κεφάλι, τα χέρια, την μύτην, δηλαδή τους κακοποιούσαν, τους εβασάνιζαν πρώτα επάνω εις ένα κορμόν συκιάς με μάχαιραν ή πέλεκυν και τους έρριπτον εις την Πηγάδα έως ότου εκκαθάριζον εκείνους που ήθελον”. (σ.σ.η υπογράμμιση είναι δική μου. Ο ιερέας ομιλεί γιά αυτοδικίες καπετάνιων (ανταρτών του ΕΛΑΣ), όχι πολιτών).

Ο ίδιος ο Άρης είδε τις πρώτες κουστοδίες να φεύγουν γιά την Πηγάδα, αφού υπάρχει η μαρτυρία του Πολιτοφύλακα Σπύρου Ξιάρχου ότι διέταξε την απελευθέρωση ενός ηλικιωμένου αιχμαλώτου που τον πήγαιναν δεμένο και ημίγυμνο μαζί με άλλους γιά εκτέλεση. Ο Ξιάρχος, συγκεκριμένα γράφει:

“…Σε μιά από τις πρώτες συνοδείες που πήγαιναν γιά εκτέλεση ήταν και ο γέρο-Γιάννης Λαντζούνης πατέρας του πρώην βουλευτή Μίμη Λαντζούνη. Ο Άρης βρέθηκε στη συμβολή ακριβώς του κεντρικού δρόμου που διασχίζει τον Μελιγαλά και του δρόμου Ζευγολατειό-Μελιγαλά-Σκάλα. Καθώς είδε το γέρο δεμένο στη γραμμή διέταξε να τον λύσουν και να τον αφήσουν να πάει στο σπίτι του. Ο Άρης ούτε γνώριζε ποιός ήταν αυτός που ελευθέρωσε, ούτε ρώτησε τ’όνομά του…”

Ο Ξιάρχος επιβεβαιώνει έτσι γιά τη γενοκτονία του Μελιγαλά και τα εξής:

•τα θύματα δεν ήταν μόνον ταγματασφαλίτες αλλά και άμαχοι,
•οι φόνοι δεν ήταν τυχαίες αυτοδικίες, αλλά οργανωμένες εκτελέσεις,
•αυτές οι οργανωμένες εκτελέσεις, γίνονταν σε άλλο σημείο μακριά από το Μπεζεστένι (στην Πηγάδα),
•τις εκτελέσεις δεν τις έκαναν αδέσποτα στοιχεία της περιοχής, αλλά αντάρτες με την έγκριση του Βελουχιώτη. Σε διαφορετική περίπτωση, αυτός θα τις σταματούσε και θα ελευθέρωνε όλους που ήταν στην συνοδεία,
•ο Άρης παρέμεινε στον Μελιγαλά (και την γύρω περιοχή) έως αργά την 16η ή τις πρωϊνές ώρες της 17ης Σεπτεμβρίου, που άρχισαν να γίνονται οι οργανωμένες εκτελέσεις στην Πηγάδα.
Το σημείο στο οποίο ο Άρης συνάντησε την φάλαγγα, υποδηλώνει ότι αυτή ήταν μία από τις πρώτες που διέσχισαν την πόλη καθ’οδόν προς την Πηγάδα. Μετά από τις 2-3 πρώτες φάλαγγες, όλες οι επόμενες οδηγούνταν στην Πηγάδα περιμετρικά της πόλης. Ο Άρης, από τον Μελιγαλά έφυγε γιά την Καλαμάτα, και παραβρέθηκε στο λυντσάρισμα των 18 σημαντικών κρατουμένων από τον Μελιγαλά.

Η οργανωμένη σφαγή στην Πηγάδα κράτησε τέσσαρες ημέρες. Ξεκίνησε το Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου, και τελείωσε την Τετάρτη το μεσημέρι, 20 Σεπτεμβρίου.

Οι 30-40 τελευταίοι κρατούμενοι, πραγματικοί ζωντανοί νεκροί χωρίς νερό και φαγητό από την Πέμπτη το βράδυ ή την Παρασκευή το πρωΐ, αποφυλακίστηκαν σε μικρές ομάδες το ίδιο απόγευμα. Πιστεύω ότι αυτοί οι 30-40, ή είχαν προστατευθεί από κάποιους ή ήταν οι μόνοι τους οποίους κανένα στέλεχος του ΕΑΜ δεν τους υπέδειξε γιά εκτέλεση. Δεν γλύτωσαν όμως όλοι, γιατί κάποιοι εφεδροΕΛΑΣίτες και Πολιτοφύλακες δολοφόνοι καιροφυλακτούσαν ακόμη έξω από το Μπεζεστένι.

Στο βιβλίο του Ιωάννη Μπουγά υπάρχει η μαρτυρία του νεαρού τότε Δ.Μ. από το χωριό Τσουκαλέϊκα. Κρατούμενος στο Μπεζεστένι, ελευθερώθηκε λόγω της ηλικίας του και έφυγε από τον Μελιγαλά μαζί με τη μάννα του, με τη βοήθεια συγγενή τους που ανήκε στο ΕΑΜ:

“…Αρχίσανε οι εκτελέσεις.

Πενήντα-πενήντα, εκατό-εκατό.

Δεν σκοτώθηκε με ντουφέκι κανένας!

Όλοι με μαχαίρια, με τσεκούρια, και με κλαδεφτήρια!

Κουβάλησαν οι αντάρτες τον κόσμο όλο στην Πηγάδα.

Άρχισαν οι εκτελέσεις το Σάββατο, γύρω στις δέκα και μισή, και σταμάτησαν την Τετάρτη το μεσημέρι.

Εκεί ήταν και ο πατέρας μου και τα δύο μου αδέλφια, ο ένας 26 και ο άλλος 23 ετών.

Τον πατέρα μου, τον βγάλανε. Τον άφησαν την Τετάρτη το μεσημέρι στις 2 η ώρα.

Ήρθε εκεί που είμαστε με τη μάννα μου.

– Τα παιδιά τι γίνονται Α…….η; Ρώτησε η μάννα μου, όταν τον είδε.

– Τον Ν…..α, τον πήρε το Σάββατο ο Θύμιος (ένας από δω τα Τσουκαλέϊκα). Θα τον σκότωσε…. Δεν ξέρω…………

– Ο Θ……..ς έχει μείνει μέσα.

Η μάννα μου σκέπασε το πρόσωπό της με τα χέρια της. Δεν έκλαψε……….

Ο πατέρας μου ζήτησε μόνο λίγο νερό.

Η μάννα μου το έφερε κάτι να φάει σ’ένα πιάτο. Δεν θυμάμαι τι ήταν. Δεν το ακούμπησε. Ήταν νηστικός κοντά μιά βδομάδα………….

Περιμέναμε μην φανούν τα αδέρφια μου, αλλά τίποτα.

Μάθαμε ότι τον Θ…….η τον άφησαν ελεύθερο από το Μπεζεστένι στις 4 η ώρα το απόγευμα (της Τετάρτης).

Βρέθηκε όμως μιά γνωστή έξω από το Μπεζεστένι και όταν τον είδε να βγαίνει τον σκότωσε.

Αυτά έγιναν…”

Οι απολογητές του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ, υποστηρίζουν ψευδώς ότι τα θύματα ήταν ταγματασφαλίτες και μόνο λίγοι άμαχοι, και ότι όλοι εκτελέστηκαν μετά τη μάχη σε μιά έκρηξη αυτοδικιών, σε αντίποινα όσων είχαν υποφέρει τα γύρω χωριά από αυτούς νωρίτερα. Τι είδους αντίποινα και αυτοδικίες όμως ήταν αυτές που είχαν θύματα ολόκληρες οικογένειες; Με θύματα μαθητές και μαθήτριες 16 και 17 ετών; Τι μπορεί να είχαν κάνει στα μέλη του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ οι μαθητές και οι μαθήτριες; Μεταξύ των θυμάτων μπορεί κανείς να διακρίνει εκατοντάδες περιπτώσεις που περισσότερα απο ένα μέλη μιάς οικογενείας εκτελέστηκαν.Τι ακριβώς έγκλημα μπορεί να έκαναν όλες αυτές οι οικογένειες του Μελιγαλά και των γύρω χωριών και κωμοπόλεων; Πόσο τυχαίο μπορεί να είναι ένα γεγονός με θύματα τόσες οικογένειες;

Σε όλες τις ΕΑΜικές πηγές αναφέρεται, αορίστως και χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία, ότι οι ταγματασφαλίτες του Μελιγαλά ήταν υπεύθυνοι εγκλημάτων. Βεβαιωμένη είναι η εκτέλεση από ταγματασφαλίτες του χωριού Λεύκη, κρυφά από το διοικητή του ΤΑ ταγματάρχη Στούπα, του μέλους της ΟΠΛΑ Γαργαλιάνων Γεωργίου Παυλέα. Φαίνεται ότι ο Παυλέας είχε κάποια εγκληματική δράση στην επίθεση του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ στη Λεύκη (την 10/10/1943), ή είχε κατηγορηθεί γιά κάτι τέτοιο. Επίσης, ο Σπύρος Ξιάρχος αναφέρει γύρω στα 15 ονόματα θυμάτων του Τάγματος από την περιοχή του Μελιγαλά, χωρίς να αναφέρει τίποτε γιά τη δράση τους και τις συνθήκες θανάτου τους. Αν γιά παράδειγμα, όλοι τους ή μερικοί απ’αυτούς, ήταν ένοπλα μέλη της ΟΠΛΑ που σκοτώθηκαν σε συμπλοκές με το ΤΑ ή σε δικές τους ενέδρες γύρω από τον Μελιγαλά;

Επειδή δεν έχω άλλες πληροφορίες γι αυτά τα 15 πρόσωπα, και μη θέλοντας να τα αδικήσω, δεν μπορώ να πω, πως και γιατί έχασαν τη ζωή τους. Αν σκοτώθηκαν σε σύγκρουση με το ΤΑ ή αν είχαν κάποια τρομοκρατική δράση εναντίον των οικογενειών των ταγματασφαλιτών, ή άλλων “αντιδραστικών” σύμφωνα με το ΕΑΜ, και εκτελέστηκαν γι αυτή τη δράση τους από το ΤΑ. Διότι δεν πρέπει να λησμονείται ότι σε όλη την περίοδο ύπαρξης του ΤΑ του Μελιγαλά, συνέχιζαν τη τρομοκρατική δράση τους η ΟΠΛΑ και η Πολιτοφυλακή του ΕΑΜ στη Μεσσηνία. Ο Κατοχικός Εμφύλιος δεν είχε σταματήσει ποτέ. Το ΤΑ Μελιγαλά είχε και αυτό αρκετούς νεκρούς και τραυματίες από ενέδρες του ΕΛΑΣ και της Πολιτοφυλακής του ΕΑΜ. Τα περισσότερα θύματα το ΤΑ του Μελιγαλά τα είχε στην ανατίναξη της αμαξοστοιχίας στο Ρούτσι τον Ιούλιο 1944, όταν επέστρεφε από την Τρίπολη.

Στη διάρκεια της μάχης του Σεπτεμβρίου, το ΤΑ κρατούσε όμηρους περίπου 300 μέλη του ΕΑΜ/ΚΚΕ και οικογενειών ανταρτών, υποτίθεται σαν ασφάλεια εναντίον επίθεσης του ΕΛΑΣ, και γιά να μην δράσουν εναντίον του ως πέμπτη φάλαγγα. Οι χώροι κράτησης ήταν το Μπεζεστένι με 200 περίπου φυλακισμένους, και μιά αποθήκη του τότε Μονοπωλείου στο κέντρο της πόλης με γύρω στα 100 άτομα.Το ΤΑ δεν πείραξε κανέναν από τους κρατούμενους, ούτε τους απείλησε, γιά να σταματήσει την επίθεση του ΕΛΑΣ. Τους φυλακισμένους στο Μπεζεστένι, τους ελευθέρωσαν οι αντάρτες όταν έπεσε η πόλη. Μεταξύ αυτών ήταν και η γιατρός των Γαργαλιάνων Νίτσα Γκριτζιώτη. Οι φρουροί που ήταν στην αποθήκη του Μονοπωλείου, άφησαν τους πιό πολλούς κρατούμενους που ήταν εκεί να φύγουν γιά τα σπίτια τους, όταν το κτίριο κτυπήθηκε από βλήμα των ανταρτών και έπιασε φωτιά η στέγη του.

Σαν συμπέρασμα λοιπόν μπορούμε να πούμε απλά, η κατηγορία ότι οι ταγματασφαλίτες του Μελιγαλά είχαν ανοίξει ιδιαίτερους λογαριασμούς με τους κατοίκους της περιοχής, λόγω εγκλημάτων που είχαν διαπράξει, δεν έχει μεγάλη δόση αληθείας.Σε αντίθεση με τη μονάδα του Μελιγαλά, η μονάδα της Καλαμάτας, και αρχικά που λειτουργούσε ως ανεξάρτητο Τάγμα (Φεβρουάριος-Απρίλιος 1944), και μετά που έγινε λόχος του ΤΑ Μελιγαλά, δεν είχε πάντοτε την ίδια δίκαιη, ανθρώπινη, και προ παντός εθνική συμπεριφορά. Τον Ιούνιο 1944, σε δύο περιπτώσεις, και ως αντίποινα γιά το θάνατο Γερμανών, εκτέλεσε συνολικά 55 πολίτες! Ως αντίποινα γιά επιθέσεις εναντίον δικών του οπλιτών, εκτέλεσε στην Καλαμάτα 8-10 ακόμη πολίτες, σε διάφορες ημερομηνίες. Κάποιοι λοιπόν Μεσσήνιοι, ίσως είχαν λογαριασμούς να λύσουν με τους ταγματασφαλίτες της Καλαμάτας και τους αξιωματικούς τους που είχαν καταφύγει στον Μελιγαλά μετά την πτώση της Καλαμάτας. Τι λογαριασμούς όμως έλυναν όταν εκτελούσαν εκατοντάδες ανθρώπους που δεν είχαν σχέση με τους ταγματασφαλίτες της Καλαμάτας; Όταν εκτελούσαν παιδιά κάτω των 20 ετών, και γυναίκες και άνδρες 50, 60, 70, ακόμη και 80 ετών, που την περίοδο των γεγονότων του 1944 εθεωρούντο όλοι ηλικιωμένοι;

Πέραν της τεράστιας αναντιστοιχίας των αριθμών -75 με 80 θύματα γιά το ΕΑΜ/ΚΚΕ έναντι 1.700 από τα ΤΑ και τους άμαχους στον Μελιγαλά- προκύπτουν και πολλά άλλα ερωτήματα.Τι έγκλημα μπορεί να είχαν διαπράξει τα αδέλφια Παναγιώτης και Κωνσταντίνος Μακρής από τον Νερόμυλο, 14 και 16 ετών αντίστοιχα, που σφαγιάστηκαν στον Μελιγαλά; Γιατί θανατώθηκαν οι ιερείς, οι γιατροί και οι δικηγόροι, οι συμβολαιογράφοι, οι φαρμακοποιοί του Μελιγαλά και των γύρω κωμοπόλεων; Ήταν όλοι αυτοί ταγματασφαλίτες; Είναι δυνατόν; Μήπως πραγματικά μαρτύρησαν διότι απλά δεν είχαν γίνει μέλη του ΕΑΜ; Μήπως άλλοι σφαγιάστηκαν διότι κατέφυγαν στον Μελιγαλά γιά ασφάλεια, και αυτή μόνο η πράξη τους κατάταξε αυτόματα στους αντιπάλους του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ; Στην “αντίδραση”, όπως αποκαλούσαν τότε όποιον δεν συμφωνούσε μαζί τους, που έπρεπε να εκλείψει ώστε να εγκαθιδρυθεί, η “λαοκρατία”;

Μάλλον κάτι τέτοιο συνέβει στον Μελιγαλά!

Οι Μεσσήνιοι ηγέτες του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ, Φράγκος (Ακρίτας), Μιχαλόπουλος (Ωρίων), Στέλιος Διακουμογιαννόπουλος, Βασίλειος Μπράβος, Γεώργιος Δάλλας, κλπ., οι απεσταλμένοι του Σιάντου, Νίκος Μπελογιάννης, Αχιλλέας Μπλάνας, και Τάσσος Κουλαμπάς, και οι καπετάνιοι του ΕΛΑΣ, εφάρμοζαν το σχέδιό τους. Και το σχέδιο είχε δύο πτυχές. Πρώτον, την οριστική εξόντωση των ΤΑ ως αντίπαλου στρατιωτικού σχηματισμού, και δεύτερον την εξαφάνιση όλων εκείνων που είχαν χαρακτηρισθεί ως “αντίδραση” στη Μεσσηνία, και πού δεν είχαν εκτελεστεί μέχρι τότε λόγω της προστασίας τους από τα ΤΑ.

Γιά το ΕΑΜ/ΚΚΕ, όποιος εγκατέλειψε το χωριό του και κατέφυγε στον Μελιγαλά, ήταν “αντίδραση” και έπρεπε να εκλείψει γιά να έρθει η νέα τάξη πραγμάτων που πρέσβευε το ΕΑΜ/ΚΚΕ. Και τι αν αυτοί οι άνθρωποι ήταν φτωχοί γεωργοί και κτηνοτρόφοι, που είχαν δει τους γείτονές τους να σέρνονται στα στρατόπεδα του Χαλβάτσου ή της Μέλπειας από την ΟΠΛΑ, και έφυγαν γιά να μην έχουν την ίδια τύχη; Αυτή η πιθανότητα δεν μετρούσε τότε γιά τον Νίκο Μπελογιάννη, τον Θανάση Κλάρα και την ηγεσία του ΕΑΜ/ΚΚΕ Μεσσηνίας.

Διότι και αυτή η αλήθεια παραβλέπεται στις περιγραφές της τραγωδίας του Μελιγαλά. Ότι δηλαδή, η πλειοψηφία των εκτελεσθέντων δεν ήταν κάτοικοι της κωμοπόλεως.Ήταν από εκείνους που είχαν καταφύγει εκεί γιά προστασία από την ΕΑΜοκρατία. Στα θύματα περιλαμβάνονται δεκάδες πολυμελείς οικογένειες από τα γύρω χωριά. Η οικογένεια Αλιφέρη από τα Τσουκαλέϊκα με 7 θύματα, Γρουσουζάκου από το Πεταλίδι με 7 θύματα, Καστανά από το Νεοχώρι με 9 θύματα μεταξύ 16 και 50 ετών, Κουτσίκου από τη Μικρομάνη με 8 θύματα, Μυλωνά από το Νεοχώρι με 9 θύματα μεταξύ 20 και 70 ετών, Σγουμπόπουλου από τη Μερόπη με 5 θύματα από 24 έως 85 ετών. Όχι ότι ο Μελιγαλάς δεν είχε θύματα. Έχασε τουλάχιστον 300 κατοίκους του. Με πρώτους, τον 70 ετών πρόεδρό του, τον δικηγόρο Αλκιβιάδη Παπαδόπουλο, και τον 45-χρονο Γυμνασιάρχη του Παναγιώτη Τσίτουρα που εκτελέστηκε μαζί με τον γυιό του, φοιτητή. Αρκετές οικογένειες του Μελιγαλά – Γρίβα, Δέδε, Δρούτσα, Κυρκιλή, Λαντζούνη, Μανιάτη, Μπένου, κλπ.- έχασαν πάνω από ένα μέλος τους. Το Κοπανάκι είχε το λιγότερο 75 θύματα, το Διαβολίτσι 50, και τα μικρά χωριά Νεοχώρι και Μερόπη, 55 και 15 αντίστοιχα.

—-

κειμενο Ε

Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ ΣΤΟ ΜΕΛΙΓΑΛΑ

(Του Ιου της Ελευθεροτυπίας)
Η μαύρη εθνική Πηγάδα

Για δεκαετίες υπήρξε το σύμβολο του επίσημου αντικομμουνισμού και της διατεταγμένα επιλεκτικής μνήμης του «κράτους των εθνικοφρόνων». Τη δεκαετία του ’80 λειτούργησε ως χώρος συσπείρωσης των νοσταλγών της παλιάς καλής εποχής. Ηρθαν κατόπιν οι καιροί της «εθνικής συμφιλίωσης», και η Πηγάδα του Μελιγαλά πέρασε στα αζήτητα.

Μόνο περιθωριακές ακροδεξιές γκρούπες ταξιδεύουν πια κάθε Σεπτέμβρη, για να δώσουν τον τόνο σε μια επιμνημόσυνη τελετή χωρίς πολιτικό αντίκρισμα για τους διεκδικητές του «μεσαίου χώρου».

Ωσπου, φέτος, ο ξεχασμένος Μελιγαλάς ξανάγινε είδηση χάρη στο πανευρωπαϊκό ναζιστικό φεστιβάλ «Κύμα Μίσους 2005». Μια συγκέντρωση εγχώριων χρυσαυγιτών, γερμανών νεοναζί, ιταλών φασιστών, ισπανών φαλαγγιτών κι άλλων ομοϊδεατών τους, που προβλέπεται να κορυφωθεί την ερχόμενη Κυριακή με τη δυναμική παρουσία των «κατασκηνωτών» στο ετήσιο μνημόσυνο της Πηγάδας.

*Οι επίσημες αντιδράσεις των εκπροσώπων της τοπικής κοινωνίας απέναντι σ’ αυτά τα σχέδια είναι καθαρά εχθρικές. «Ως δήμος, θεωρούμε ότι δεν υπάρχει καμία ταύτιση, ούτε έμμεση ούτε άμεση του χώρου της Πηγάδας με φιλοναζιστικές και φιλοφασιστικές οργανώσεις» εξηγεί στον «Ιό» η δήμαρχος Μελιγαλά, Ελένη Αλειφέρη-Καραθανάση. «Στην Πηγάδα υπάρχουν τα θύματα του Εμφυλίου, πολλοί απ’ αυτούς είχαν πολεμήσει το ναζισμό και το φασισμό. Γενικότερα, θεωρούμε απαράδεκτη την προσπάθεια εκμετάλλευσης των νεκρών της Πηγάδας για πολιτικές σκοπιμότητες».

Οσον αφορά τη συμμετοχή των ναζιστών στη φετινή τελετή, η δήμαρχος είναι σαφής: «Στην Πηγάδα υπάρχει ένα θρησκευτικό μνημόσυνο που γίνεται με επιμέλεια και φροντίδα του «Συλλόγου των Θυμάτων Πηγάδας». Εκεί, ο καθένας είναι ελεύθερος να παραστεί. Αρκεί βέβαια να σέβεται το χώρο και την τελετή. Δεν είναι χώρος ένα μνημόσυνο για συνθήματα πολιτικά, ακραία ή μη… Είναι, κατά τη γνώμη μου, ένας χώρος προσευχής και περισυλλογής και τίποτε άλλο…».

*Την ίδια στάση κρατάει και ο οργανωτής του μνημοσύνου, πρόεδρος του «Συλλόγου Θυμάτων Πηγάδας Μελιγαλά» και δημοτικός σύμβουλος Επαμεινώνδας Μανιάτης. «Είμαστε αντίθετοι, διότι αυτοί δεν έχουν καμία σχέση με το μνημόσυνο. Αν έρχονται σαν επισκέπτες, να δουν, είναι δεκτός ο καθένας. Εμείς στο χώρο της Πηγάδας δεχόμεθα όλους τους Ελληνες. Δεν θέλουμε όμως πολιτική εκμετάλλευση, απ’ οπουδήποτε κι αν προέρχεται».

Παρατηρούμε ότι η «Χρυσή Αυγή» είναι τακτικός θαμώνας των εκδηλώσεων κάθε Σεπτέμβρη. Ο κ. Μανιάτης το επιβεβαιώνει: «Μία ομάδα έρχεται, και μάλιστα καταθέτουν και στεφάνι. Γιατί εκεί, όποιος μας ζητήσει, βεβαίως επιτρέπουμε να καταθέσει στεφάνι». Παραδέχεται, επίσης, ότι η πολιτικοποίηση ήταν ανέκαθεν συνυφασμένη με την τέλεση του μνημοσύνου:

«Ετσι ήτανε από παλιά: ότι εδώ έγινε μια σφαγή από τους αναρχοκομμουνιστές. Αυτή είναι άλλωστε η αλήθεια». Ο ίδιος έχει χάσει τον πατέρα του, εκτελεσμένο από τον ΕΛΑΣ. «Εχω μια πικρία… Σας πληροφορώ, όμως, ότι έχω κάνει παρέα με ανθρώπους αριστερούς, και μάλιστα με ανθρώπους που τους είχαν πάει και στη Μακρόνησο. Ενας κόσμος, απ’ τους παλιούς, με είχαν δει και λέγανε «Τι κάνει αυτός;»».

Μακρονησιώτης πολιτικός κρατούμενος ίσον «σφαγέας». Παρά την προσπάθεια του συνομιλητή μας να φανεί μετριοπαθής, αυτή η εξίσωση αποκαλύπτει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα όρια της «εθνικής συμφιλίωσης» σε τούτο τον τόπο.

*Σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος κινείται ανακοίνωση των χρυσαυγιτών Μεσσηνίας στον τοπικό τύπο (17.8.05): «Εμείς», διακηρύσσουν οι οργανωτές του φεστιβάλ για το μνημόσυνο, «θα βρισκόμαστε πάντοτε εκεί για να τιμάμε με την παρουσία μας τους αγνούς έλληνες πατριώτες και τους ηρωικούς μαχητές των Ταγμάτων Ασφαλείας που έδωσαν τη ζωή τους για να μην υποδουλωθεί η πατρίδα μας στους εαμοβούλγαρους κομμουνιστοσυμμορίτες».

*Την εικόνα συμπληρώνουν οι δηλώσεις πολιτών στα τοπικά κανάλια: σ’ ένα τυπικό ρεπορτάζ του είδους, σχεδόν όλοι οι ερωτηθέντες τάχθηκαν κατά της παρουσίας των νεοναζί στο μνημόσυνο, φροντίζοντας όμως ταυτόχρονα να ξεκαθαρίσουν ότι «ο χώρος της Πηγάδας είναι ιερός» (BEST 25.8.05).

Αυτό που απουσιάζει ολοκληρωτικά από την όλη συζήτηση, είναι η ουσιαστική αποτίμηση του ετήσιου «μνημοσύνου» αυτού καθ’ εαυτού. Το διαπιστώνουμε, πάνω απ’ όλα, ξεφυλλίζοντας τα σχετικά δημοσιεύματα του αθηναϊκού και διεθνούς τύπου. Τι ακριβώς αφορά η επίμαχη τελετή, που ο πανευρωπαϊκός νεοναζισμός φιλοδοξεί να «τιμήσει» (ή να «αμαυρώσει») με την παρουσία του;

-Σύμφωνα με τους «New York Times», το ζήτημα αφορά «μια από τις ζοφερότερες ελληνικές επετείους: τη σφαγή 1.400 γυναικών και παιδιών από κομμουνιστές αντάρτες το 1944 στο Μελιγαλά» («Ν.Υ. Times» 10.8.05). Πηγή του δημοσιεύματος, όπως άλλωστε και των περισσότερων σχετικών αναφορών στο Διαδίκτυο, αποτελεί η διαβόητη «Μαύρη Βίβλος του Κομμουνισμού» των Κουρτουά και Σία (βλ. «Ιός» 11.11.2001 & 2.3.2002) -με κάποιες προσαρμογές επί το αντικομμουνιστικότερον, αφού το πρωτότυπο κείμενο μιλάει για «1.400 άντρες, γυναίκες και παιδιά και περίπου 50 αξιωματικούς και υπαξιωματικούς των Ταγμάτων ασφαλείας» που «δολοφονήθηκαν» από τον ΕΛΑΣ (σ. 347).

-Κατά την αγγλόφωνη έκδοση της «Καθημερινής», πάλι, στο Μελιγαλά έγινε «σφαγή εθνικιστών αντιστασιακών αγωνιστών και πολιτών» (4.6.05).

-Την ίδια ακριβώς διατύπωση υιοθετεί κι η ισραηλινή «Jerusalem Post» (4.6.05), που κατά τα άλλα διαρρηγνύει τα ιμάτιά της για τη χιτλερική μάζωξη.

Το απωθημένο παρελθόν

Αυτό που κανείς -εκτός από τους ίδιους τους ναζί- δεν φαίνεται (ή δεν θέλει) να θυμάται, είναι ποιοι ακριβώς είναι θαμμένοι στην περίφημη Πηγάδα. Η επιλεκτική αυτή αμνησία δεν είναι καθόλου περίεργη.

Η διακριτική αποσιώπηση της ταυτότητας των νεκρών αποτελεί συστατικό στοιχείο των «μνημοσύνων» του Μελιγαλά ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και συνδέεται με τη γενικότερη στρατηγική βάσει της οποίας επιχειρήθηκε στη χώρα μας η «δικαίωση» του ένοπλου δωσιλογισμού.

Με δυο λόγια: αυτό που συνήθως αποκρύπτει η φιλολογία περί «αθώων θυμάτων» είναι (α) το ιστορικό γεγονός ότι ο Μελιγαλάς υπήρξε βάση και ορμητήριο των ένοπλων συνεργατών της Βέρμαχτ που το 1943-44 έπνιξαν στο αίμα τη Μεσσηνία και τους γύρω νομούς και (β) ότι το μακελειό του 1944 ήταν το αποτέλεσμα μιας από τις σκληρότερες μάχες που έδωσε ο ΕΛΑΣ, με εξουσιοδότηση του συμμαχικού στρατηγείου και της κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Ας δούμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

*Κωμόπολη 2.482 κατοίκων το 1940, ο Μελιγαλάς χρησιμοποιήθηκε το 1941-43 ως βάση ιταλών καραμπινιέρων (1941-43) και μιας διλοχίας γερμανικού στρατού (1943-44).

*Οταν την άνοιξη του 1944 οι Γερμανοί συγκρότησαν τα Τάγματα Ασφαλείας, ένοπλους δωσιλογικούς σχηματισμούς με αποστολή την «αξιοποίηση της αντικομμουνιστικής μερίδας του ελληνικού λαού» για τη μετατροπή της αντιφασιστικής Αντίστασης σε εμφύλιο πόλεμο και την «εξοικονόμηση γερμανικού αίματος», εγκαταστάθηκε εκεί το 3ο Τάγμα Ασφαλείας Καλαμών-Μελιγαλά. Την υποστήριξή του ανέλαβε μια «πολιτική επιτροπή», με πρόεδρο τον πολιτευτή Περικλή Μπούτο και μέλη τον κοινοτάρχη, δυο δικηγόρους κι ένα γιατρό (Θεοδωρόπουλος 2001, σ. 133-4).

Ο τρόπος με τον οποίο «αξιοποιήθηκε» από τους ναζί αυτή η δωσίλογη «μερίδα του ελληνικού λαού» ήταν αναμενόμενος: Δεν πρόλαβε να εγκατασταθεί το Τάγμα στο Μελιγαλά, και τα γερμανικά αρχεία καταγράφουν τη συμμετοχή του σε «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις» των κατοχικών στρατευμάτων. Στηριγμένοι στη Βέρμαχτ, οι ταγματασφαλίτες αναλαμβάνουν να κονιορτοποιήσουν τη μαζική βάση του ΕΑΜ με μαζικές συλλήψεις, βασανιστήρια, εκτελέσεις και κάψιμο σπιτιών, εγκαινιάζοντας ένα φαύλο κύκλο βίας και αντεκδικήσεων, που θα οδηγήσει στις εκτελέσεις των ημερών της Απελευθέρωσης.

Η μάχη και η σφαγή

Η συμβολή τους στην πολεμική προσπάθεια του Αξονα υπήρξε ουσιαστική. Δεν είναι μόνο ο προϊστάμενός τους, αντιστράτηγος των SS Βάλτερ Σιμάνα που, στην τελική έκθεσή του προς τον Χίμλερ (2.11.44), διαπιστώνει ότι τα Τάγματα Ασφαλείας «ήταν πολύτιμες βοηθητικές μονάδες στην ενεργό καταπολέμηση των συμμοριών». Βρετανική έκθεση του 1944 τονίζει πως «η τοπική γνώση των προσώπων και του χώρου από τα Τάγματα Ασφαλείας, τους προσδίδει μοναδική αξία για τους Γερμανούς, που μπορούν έτσι να κρατήσουν την Ελλάδα με έναν ελάχιστο αριθμό δυνάμεων», (ΔΙΣ 1998, σ. 43). Αποκαλυπτική είναι τέλος η πρακτική της Βέρμαχτ να περιλαμβάνει τους νεκρούς, τραυματίες ή αγνοούμενους ταγματασφαλίτες στους πίνακες των δικών της απωλειών.

*Για τη στάση του πληθυσμού, αρκετά εύγλωττες είναι οι μεταπολεμικές αναμνήσεις του υποδιοικητή του Τάγματος Μελιγαλά, ταγματάρχη Καζάκου, για τις εκκαθαριστικές του καλοκαιριού του 1944 στον Ταΰγετο: «Η επιχείρησις αύτη απέβη άκαρπος», σημειώνει, «καθ’ όσον ο ΕΛΑΣ είχεν οργανώσει σχεδόν ολόκληρον την ύπαιθρον (Μεσσηνίας και Λακωνίας) από του εργάτου μέχρι του ανωτάτου τιτλούχου, ώστε επληροφορήθη εγκαίρως φαίνεται την όλην προπαρασκευήν» των Γερμανών και των συνεργατών τους.

Αντισυνταγματάρχης πλέον του ελληνικού στρατού, ο συντάκτης των παραπάνω γραμμών φροντίζει πάντως να διευκρινίσει, εν έτει 1955, ότι «η στάσις των Αρχών κατοχής υπήρξε ειλικρινής και φιλική» απέναντι στη μονάδα του (ΔΙΣ 1998, σ. 193). Αναφερόμενος πάλι στην αποχώρηση της Βέρμαχτ, δεν διστάζει να καταγγείλει τους Γερμανούς για «προδοτικήν στάσιν» (σ. 197).

*Οι Γερμανοί εγκατέλειψαν το Μελιγαλά στις 4.9.1944 και την Καλαμάτα την επομένη. Ο ΕΛΑΣ μπήκε στην μεσσηνιακή πρωτεύουσα στις 9 Σεπτεμβρίου, μετά ολοήμερη μάχη με τον εκεί «λόχο ασφαλείας» και τη χωροφυλακή. Στις 13 Σεπτεμβρίου ήρθε η σειρά του Μελιγαλά, όπου είχαν οχυρωθεί οι εναπομείναντες ταγματασφαλίτες. Οταν η ηγεσία τους απέρριψε το κάλεσμα του ΕΑΜ να καταθέσουν τα όπλα και να τεθούν στη διάθεση της κυβέρνησης εθνικής ενότητας, το λόγο είχαν τα όπλα. Οι αντίπαλες δυνάμεις ήταν ισοδύναμες αριθμητικά (1.000-1.200 ένοπλοι εκατέρωθεν), ενώ οι αντάρτες διέθεταν την υποστήριξη χιλιάδων χωρικών του εφεδρικού ΕΛΑΣ, που συνέρρεαν από τα πέριξ με αυτοσχέδιο οπλισμό.

Η μάχη κράτησε τρεις ολόκληρες μέρες (13-15.9.44). Το τελικό ανακοινωθέν του ΕΛΑΣ αναφέρει ότι σκοτώθηκαν 60 αντάρτες και 800 «ράλληδες». Ο δεύτερος αριθμός περιλαμβάνει προφανώς χοντρικά και τους εκτελεσμένους των επόμενων ημερών.

*Παρά τις αντιφάσεις, τις υπερβολές και τις αποσιωπήσεις τους, οι διαθέσιμες αφηγήσεις δίνουν μια γενική ιδέα όσων συνέβησαν μετά τη μάχη: Αρχικά σημειώθηκαν σποραδικοί φόνοι και καταστροφές περιουσιών. Ακολούθησε το ξεκαθάρισμα των συλληφθέντων με συνοπτικές διαδικασίες, από μια επιτροπή με επικεφαλής τους δικηγόρους Βασίλη Μπράβο και Γιάννη Καραμούζη. Από σημειώματα που δημοσιεύθηκαν αργότερα στον τοπικό εθνικόφρονα τύπο προκύπτει ότι αποφασιστικό ρόλο σ’ αυτή τη διαδικασία έπαιξαν οι τοπικές οργανώσεις της Εθνικής Πολιτοφυλακής, στις οποίες είχε ανατεθεί η συγκέντρωση στοιχείων για την προηγούμενη δράση κάθε αιχμαλώτου. Οσοι καταδικάζονταν οδηγούνταν σε ένα εγκαταλειμμένο ξεροπήγαδο έξω απ’ την κωμόπολη (την «Πηγάδα») κι εκτελούνταν.

*Πόσοι ήταν; Το 1945, το ιατροδικαστικό συνεργείο του Καψάσκη ανακοίνωσε ότι ξέθαψε 708 πτώματα. Στο μνημείο είναι γραμμένα 787 ονόματα από 61 πόλεις και χωριά. Η εθνικόφρων φιλολογία προβάλλει φυσικά πολύ μεγαλύτερα νούμερα: «περί τους 1.500 εις την Πηγάδα» μετρά ο Κώστας Καραλής (1958), «περί τα 1.800 άτομα πάσης ηλικίας και φύλου» βρίσκουν το Αρχηγείο Χωροφυλακής (1962) και ο καθηγητής Απόστολος Δασκαλάκης (1973), 1.900 τους θέλει ο Κων/νος Αντωνίου (1965), «άνω των 3.500 κατά τους μετριωτάτους υπολογισμούς» τους προτιμά η χουντική ιστορία του ΓΕΣ (1973). Ο Κοσμάς Αντωνόπουλος, πάλι, αναφέρει 2.100 «δολοφονηθέντες», παραθέτει όμως τα στοιχεία μόλις 699. Το βιβλίο που διανέμει ο «Σύλλογος Θυμάτων» περιέχει 1.144 ονόματα, ο συγγραφέας του όμως δείχνει μάλλον αναποφάσιστος: αλλού μιλάει για 1.500 νεκρούς (σ. 118), αλλού για «1.500 και πλέον» (σ. 115), αλλού για πάνω από 2.000 (σ. 26 & 166) κι αλλού για «5.000 εκατέρωθεν» (σ. 23). Σε κάθε περίπτωση, οι αριθμοί περιλαμβάνουν όχι μόνο τους «σφαγιασθέντες» αλλά και τους νεκρούς της τριήμερης μάχης.

*Την αντίθετη τάση επιδεικνύουν οι συγγραφείς της εαμικής πλευράς. Η αναλυτικότερη σχετική πηγή υπολογίζει 120 σκοτωμένους στη μάχη και 280-350 εκτελεσμένους στην Πηγάδα (Ξιάρχος 1982, σ. 38), ενώ δεν λείπουν αναφορές μέχρι και σε 1.200 νεκρούς.

*Πιο ενδιαφέρουσα απ’ αυτή την… κολοκυθιά αποδεικνύεται η εξέταση του καταλόγου της έκδοσης του «Συλλόγου Θυμάτων». Σε σύνολο 1.144 ονομάτων (οι 108 κάτοικοι Μελιγαλά) υπάρχουν μόνο 18 γυναίκες, 18 ηλικιωμένοι, ένας έφηβος και κανένα παιδί. Ολοι οι υπόλοιποι, το 96,8% του συνόλου, είναι άντρες λίγο πολύ μάχιμης ηλικίας. Κάθε άλλο παρά σφαγή «γυναικόπαιδων», δηλαδή…

Μνημόσυνο ακατονόμαστων

Ευθύς εξαρχής, οι εκδηλώσεις στη μνήμη των «σφαγιασθέντων» πήραν ρεβανσιστικό χαρακτήρα.

*Το πρώτο μνημόσυνο (24.6.45) καταλήγει σε απόπειρα λιντσαρίσματος των αντιστασιακών που κρατούνταν στη φυλακή της κωμόπολης (Β. Κλεφτόγιαννης, «Οπως τα ‘ζησα», σ. 143-4).

*Από το Σεπτέμβριο του 1945 η τελετή τυποποιείται, με φαινομενικό οργανωτή την κοινότητα και ουσιαστικό τη νομαρχία. Συμμετέχουν οι πολιτικές, εκκλησιαστικές, αστυνομικές και στρατιωτικές αρχές, τοπικοί πολιτικοί, τα σχολεία. Επί χούντας θα καθιερωθεί και αθλητικό τουρνουά ποδοσφαίρου και ανώμαλου δρόμου, με κύπελλα που αθλοθέτησαν τοπικοί παράγοντες και οι κυλινδρόμυλοι «Ευαγγελίστρια» («Θάρρος» 17.9.67).

*Παράλληλα, «διευθετείται» ο χώρος των εκδηλώσεων. Βασιλικό διάταγμα του 1953 συστήνει ερανική επιτροπή με πρόεδρο το μητροπολίτη και μέλη το νομάρχη, το διοικητή Χωροφυλακής κ.ά. Από τον δημοσιευμένο απολογισμό του εράνου, πληροφορούμαστε ότι τη μερίδα του λέοντος «συνεισέφεραν» τα σχολεία και οι φαντάροι: 244.413 και 65.529 δρχ. αντίστοιχα, σε σύνολο 332.614 («Σημαία» 19.9.54). Μ’ αυτά τα λεφτά χτίζεται παρεκκλήσι, «καλλωπίζεται» η Πηγάδα και υψώνεται ένας τεράστιος σταυρός.

Η τελική διαμόρφωση (μάντρες, πάρκινγκ κ.λπ.) θα γίνει επί χούντας, με πιστώσεις και επίβλεψη Ασλανίδη.

*Η χουντική επταετία γνωρίζει άλλωστε το απόγειο του ιδιότυπου αυτού γιορτασμού. Το 1967 το μνημόσυνο τιμά με την παρουσία του ο Παττακός, εξηγώντας ότι «η 21η Απριλίου απέτρεψε νέον Μελιγαλάν» και ανακοινώνοντας την αναβάθμιση της κοινότητας των 1.800 κατοίκων σε «ιστορικό» δήμο («Εθνος» 18.9.67).

*Το 1968 παρευρίσκεται πρώτη φορά ο «ανώτατος άρχων» της χώρας, στο πρόσωπο του αντιβασιλιά Ζωιτάκη («Θάρρος» 24.9.68). Το 1969, η επιμνημόσυνη λειτουργία μεταφέρεται από την κεντρική εκκλησία της κωμόπολης στο χώρο της Πηγάδας και η τροχαία εκδίδει προληπτικές οδηγίες για την κυκλοφορία («Θάρρος» 21.9.69).

*Το 1973, ενόψει φιλελευθεροποίησης, οι αρχές δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους για το μνημόσυνο. Ειδικά δρομολόγια λεωφορείων και τρένων μεταφέρουν «προσκυνητάς» απ’ τους γύρω νομούς («Θάρρος» 14-16.9.73).

Αποκαλυπτικότερη είναι η «φρονηματιστική» λειτουργία της Πηγάδας τον υπόλοιπο χρόνο. Από τις τακτικές καταχωρίσεις του δελτίου πληροφοριών της νομαρχίας, πληροφορούμαστε ότι μεταφέρονται ομαδικά εκεί για «προσκύνημα» φαντάροι, ευέλπιδες, σπουδαστές επαγγελματικών σχολών, «κλιμάκια φοιτητών», δημόσιοι υπάλληλοι, φιλοξενούμενοι της «Εθνικής Εστίας», ταξιδιώτες των προγραμμάτων του «Εθνικού ιδρύματος» και -φυσικά- ολόκληρα σχολεία.

*Μετά τη Μεταπολίτευση ο επίσημος γιορτασμός συνεχίζεται, χωρίς ιδιαίτερους ενθουσιασμούς. Τον τόνο δίνουν τώρα οι δυναμικές εμφανίσεις της ακροδεξιάς: βασιλόφρονες που διαβεβαιώνουν ότι «σύντομα θα επιστρέψει ο Κωνσταντίνος», χουντικοί που προπηλακίζουν τον κοινοτάρχη «διότι ανεφέρθη στην αποκατάσταση του κοινοβουλευτισμού» (1976) και γιουχάρουν το νομάρχη (1977), χιτλερικοί που ψαρεύουν στα θολά νερά μιας εθνικοφροσύνης σοκαρισμένης απ’ την περιθωριοποίησή της… Ο τοπικός τύπος καταγράφει τα συνθήματα: «Τη λύση θα δώσει ο στρατός», «Ο Φλωράκης στο Γουδί», «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».

*Ο κύκλος κλείνει το 1982, όταν το υπ. Εσωτερικών γνωστοποιεί στο δήμο τον τερματισμό της συμμετοχής των επίσημων κρατικών αρχών, «επειδή οι εκδηλώσεις αυτές αποτελούσαν κηρύγματα μισαλλοδοξίας και τροφοδοτούσαν επί 40 χρόνια το διχασμό». Τη σκυτάλη στην οργάνωση του μνημοσύνου παίρνει πια ο «Σύλλογος Θυμάτων Πηγάδας», που ιδρύθηκε το 1980.

*Από κοντά και η Ν.Δ., που βλέπει το μνημόσυνο του 1982 ως τη δέουσα απάντηση στην επίσημη αναγνώριση της εαμικής Αντίστασης. Ο νεαρός βουλευτής Αντώνης Σαμαράς ανακοινώνει π.χ. με ειδικό δελτίο τύπου την έλευσή του «για να παραστεί στο Μνημόσυνο των σφαγιασθέντων από τους εαμοκομμουνιστές» («Ελευθερία» 18.9.82). Σταδιακά, ωστόσο, η λογική του «μεσαίου χώρου» επικρατεί και τα φερέλπιδα στελέχη αποφεύγουν πια να δίνουν το παρών.

Η σταδιακή αυτή περιθωριοποίηση έχει, ωστόσο, ένα απροσδόκητο αποτέλεσμα: πρώτη φορά τα πράγματα λέγονται με το όνομά τους και οι πεσόντες ταγματασφαλίτες «τιμώνται» ως τέτοιοι. Ενα χαρακτηριστικό των επίσημων γιορτασμών ήταν η διακριτική αποφυγή κάθε αναφοράς στα δωσίλογα Τάγματα Ασφαλείας, με την προσφυγή σε εξωραϊστικά σχήματα λόγου: «αγρίως σφαγιασθέντες υπό αναρχικών στοιχείων», «μαρτυρικώς σφαγιασθέντες εθνικόφρονες πατριώτες», «θυσιασθέντες διά το μεγαλείον και την ελευθερίαν της Πατρίδος», «Ηρωες και Μάρτυρες οίτινες προσεφέρθησαν ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της υπερτάτης θυσίας», ακόμη και «αδίκως σφαγιασθέντες διά την ελευθερίαν και τα ανθρώπινα δικαιώματα»!

*Μετά το 1982, αντίθετα, οι ομιλητές του «απολίτικου», «οικογενειακού» μνημοσύνου δεν αισθάνονται τέτοιου είδους αναστολές: «Το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και το ΕΛΑΣ υπήρξε χειρότερος κατακτητής από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς» διαβάζουμε π.χ. στον πανηγυρικό που εκφώνησε το 1999 η Ειρήνη Δορκοφίκη, διαβεβαιώνοντας τους συγκεντρωμένους ότι ο χαρακτηρισμός των ταγματασφαλιτών ως «προδοτών» και «συνεργατών των κατακτητών» δεν είναι παρά «αισχρή συκοφαντία» των κομμουνιστών και λοιπών «ευρωλιγούρηδων».

Στην ομιλία πάλι του 1997, ο δικηγόρος Βασίλειος Δημαρέσης ξεκαθαρίζει: «Οι ηρωικοί νεκροί μας δεν πολέμησαν με Ελληνες, διότι οι Κομμουνιστές έπαυσαν να είναι Ελληνες, τα εγκλήματά τους είναι εγκλήματα ξένων, εγκλήματα γενοκτονίας»!

Αραγε, τι απ’ όλα αυτά θα μπορούσαν να «αμαυρώσουν» οι επίσημοι νοσταλγοί του Χίτλερ;

Τα ξεχασμένα θύματα

Μια ελάχιστα γνωστή πτυχή της τραγωδίας του Μελιγαλά αφορά τα θύματα των «αγρίως σφαγιασθέντων» ταγματασφαλιτών της Πηγάδας. Εδρα ιταλών καραμπινιέρων, γερμανικής διλοχίας και του Τάγματος Ασφαλείας, η κωμόπολη χρησιμοποιήθηκε σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής ως στρατόπεδο συγκέντρωσης, χώρος βασανιστηρίων και τόπος εκτελέσεων αντιστασιακών και ομήρων. Η απουσία μιας ολοκληρωμένης καταγραφής όσων σκοτώθηκαν απ’ τους ταγματασφαλίτες είναι αποκαλυπτική για το κλίμα που επικράτησε στην περιοχή, τόσο κατά τα μετεμφυλιακά χρόνια όσο και αργότερα. Καταφανώς ελλιπή, τα διαθέσιμα στοιχεία είναι ωστόσο διαφωτιστικά.

Ο απολογητής των ταγματασφαλιτών Κοσμάς Αντωνόπουλος παραθέτει τα ονόματα 27 ατόμων που εκτελέστηκαν στο Μελιγαλά από τις κατοχικές δυνάμεις. Οι 6 είναι κάτοικοι της κωμόπολης. Από τον πίνακα απουσιάζουν ωστόσο τα περισσότερα ονόματα που γνωρίζουμε από άλλες πηγές («Η Ελληνική Αντίστασις 1941-1945», Αθήναι 1964).

Στο «Μεσσηνιακό βιογραφικό λεξικό» του Νίκου Καράμπελα (1962) αναφέρονται τα ονόματα 16 εκτελεσμένων στο Μελιγαλά το 1943-44. Στο δικό του βιβλίο ο Σπύρος Ξιάρχος καταγράφει τρεις ομαδικές εκτελέσεις 22 ατόμων κι άλλους 23 μεμονωμένους φόνους («Η αλήθεια για το Μελιγαλά», Καλαμάτα 1982, σ. 46-47). Απροσδιόριστο παραμένει, τέλος, πόσοι απ’ τους 924 εκτελεσμένους Μεσσήνιους που μνημονεύονται σε πρόσφατη έκδοση, θανατώθηκαν στην έδρα του Τάγματος (Τάσος Αποστολόπουλος, «Μεσσηνιακή εκατόμβη 1940-1944», Καλαμάτα 2000).

Αποκαλυπτικότερες είναι κάποιες επιμέρους λεπτομέρειες: Στις 27.4.44 ο ΕΛΑΣ Λακωνίας σκότωσε σε ενέδρα τον γερμανό στρατηγό Κρεντς και 3 συνοδούς του. Ο «Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος» διέταξε σε αντίποινα τον τουφεκισμό 200 «κομμουνιστών» στο σκοπευτήριο της Καισαριανής κι όσων χωρικών θα συναντούσαν τα στρατεύματά του στην ύπαιθρο μεταξύ Μολάων και Σπάρτης. Οπως διαβάζουμε στη σχετική ανακοίνωση, οι ταγματασφαλίτες του Παπαδόγκωνα έσπευσαν να τιμήσουν με τον τρόπο τους τη μνήμη του γερμανού στρατηγού: «Υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος τούτου, Ελληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς» («Καθημερινή» 30.4.44). Σαράντα απ’ αυτές τις «αυτόβουλες» εκτελέσεις έγιναν από το Τάγμα Ασφαλείας Καλαμών-Μελιγαλά την Πρωτομαγιά του 1944 – τριάντα στην Καλαμάτα και δέκα στο νεκροταφείο του Μελιγαλά. Μεταξύ των τελευταίων ήταν και μια 18χρονη επονίτισσα, η Ασπασία Ξιάρχου, από τη γειτονική Ανθούσα. Είχε πιαστεί (και βασανιστεί) από τους ταγματασφαλίτες ενώ επέστρεφε από την Καλαμάτα για το μνημόσυνο της μάνας της. Ενας κρατούμενος διέφυγε και, την επομένη, εκτελέστηκαν στη θέση του άλλοι δύο (Γιάννης Σχινάς, «Η εθνική Αντίσταση στη Μεσσηνία», Αθήνα 1984, σ. 98-99).

Ακολούθησε στις 15.6.44 ο τουφεκισμός 10 κρατουμένων στο Μελιγαλά (ανάμεσά τους 2 γυναίκες κι ένας ηλικιωμένος ανάπηρος) -σε αντίποινα, προφανώς, για το θανάσιμο τραυματισμό του ταγματασφαλίτη ταγματάρχη Γεωργανά στην Καλαμάτα. Την επομένη, 27 κρατούμενοι, 22 άντρες και 5 γυναίκες, τουφεκίστηκαν από το λόχο Καλαμάτας στις όχθες του Νέδοντα.

Δυόμισι δεκαετίες μετά την επίσημη αναγνώριση της ΕΑΜικής Αντίστασης, μάταια θ’ αναζητήσει κανείς στο Μελιγαλά ή τα περίχωρά του κάποιο μνημείο γι’ αυτούς τους πεσόντες. «Δεν έχω ακούσει ποτέ κάτι τέτοιο», ήταν η απάντηση του προέδρου του «Συλλόγου Θυμάτων Πηγάδας» κ. Μανιάτη, όταν τον ρωτήσαμε για τους εκτελεσμένους από το Τάγμα Ασφαλείας. Στην Καλαμάτα, μια λιτή στήλη (χωρίς ονόματα ή αριθμούς) στήθηκε από το Δήμο στο χώρο των εκτελέσεων, μακριά από τα μάτια του κοινού, μόλις το 2002. Η επιγραφή κάνει λόγο για «εκτελεσθέντες πατριώτες από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους», αποφεύγει όμως να αναφέρει την ακριβή ταυτότητα των εκτελεστών.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, σταματήσαμε στο επιβλητικό μνημείο για τους 204 εκτελεσμένους της Παλιόχουνης, λίγο πριν από τη Μεγαλόπολη. Απ’ αυτούς, οι 154 είχαν συλληφθεί από ταγματασφαλίτες στην Καλαμάτα και τουφεκίστηκαν απ’ τη Βέρμαχτ σε αντίποινα για την καταστροφή γερμανικής φάλαγγας απ’ τον ΕΛΑΣ. Το τμήμα της επιγραφής που πληροφορεί ότι σκοτώθηκαν «από τους Γερμανούς» έχει σβηστεί με φαιοπράσινη μπογιά.


1 Σχόλιο

    • satyrikon on 15 Σεπτεμβρίου 2012 at 15:48

    Reblogged this on ΝΕΑ ΧΩΡΙΣ ΦΙΛΤΡΟ ΦΕΛΛΟΥ.

Τα σχόλια έχουν απενεργοποιηθεί.

Αρέσει σε %d bloggers: